Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

ΝΥΚΤΙΠΟΛΟΙ ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ ΙΙ




Τα καραβάνια του τετελεσμένου πεπρωμένου καταφθάνουν και θερίζουν, στους εσπερινούς και τις νυχτερίες, ασύλληπτες, διάφανες διαθλαστικές σκιές –υποψίες φωτός, σαν ένα πιθανοκρατικό ξέσπασμα του «αδύνατου να γίνει». Σας βλέπω εγώ και οι σύντροφοί μας, εμείς που αρμενίζουμε τα πελάγη, αυτά που διαχύνονται στην απέραντο άβυσσο του μετα-ιστορικού ωκεανού, ενός ευρύτερου άτλαντα. Εκεί που η πραγματικότητα διαγιγνώσκεται διαδικαστικά «εν τη γενέσει», στο αδιαφοροποίητο μάγμα της αέναης αβεβαιότητας –ναυαγοί στους τροπικούς του αυγερινού εγκλήματος. Φυγάδες, νομάδες που δραπετεύουν των καιρών για να επαληθεύσουν πρώιμα τη σύγκλιση των Χερουβίμ, στην καταρρακτώδη επέλαση του μέλλοντος και του παρελθόντα χρόνου. Αντικατοπτρίζουμε εσάς ρηξικέλευθα κι επικίνδυνα, χαροπαλεύοντας και νυχοπερπατώντας προς την ειρκτή σκιά του αυτοπροαίρετου εγκλεισμού, αποζητώντας την αποφράδα μαύρη οπή του ρόδου, του βολβού του εσχάτου ελέους, ως μια ανατροπή στο βαθύτερο ναδίρ του Αιώνα –στην ύφεση και την αποσύνθεση του θεμελίου της ίδιας της κρίσης, της λογικής μας! Αέναα αποδημητικά πτηνά, αλαφιασμένα φτερουγίσματα του χειμερινού αγέρα, που με το πρώτο του κιόλας φύσημα τα εξωθεί στο αιώνιο κυνηγητό του παντοτινού Μάη. Πάντα δυνητικά… Πάντα τελειώνοντας και πριν καλά-καλά αρχίσεις! Σπάργανα της γέννησης έως την έσχατη τριβή του συμβολικού με τους κλαυθμούς της ενταφίασης· σε μια και μοναδική Στιγμή που μονίμως σας ξεγελάει, ότι δήθεν υπάρχει συνοχή κι ότι το ένα οδηγεί στο άλλο· μέχρι και το πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα νύχια είν’ αποτέλεσμα νοητικής υπόρρητης αφήγησης, αυτός ο πολικός πάγος που επεκτείνεται με το οικουμενικό κύμα της ψυχραντικής χαραυγής τ’ ολέθρου, υπνωτίζει στην αυταπάτη ότι δήθεν υπάρχει ώστε να επαληθεύεσαι σπαραχτικά από αφρώδη σενάρια παραφροσύνης, θεϊκό σαφάρι πολιορκίας των θηρίων, στα πορφυρά σύννεφα. Ότι, όχι! επιβιώνω… της παρερμηνείας και της επιθανάτιας πτώσης στους αργούς ρυθμούς και τις υποτονικές δονήσεις, αυτής που δήθεν έπεται ως το αργυρόφωτο κύμα του πρώτου ψύχους. Όλο και περισσότερο, λοιπόν, σφρίγος και αντοχή, αγώνας, κοιτάμε ψηλά και δραπετεύουμε σαν μακροπούλια και γινόμαστε αναδυόμενοι αρωγοί της βαρυσήμαντης βαρύτητας, πρέσβεις υφαρπαγής της που, από την άλλη, συγκινεί η συνταρακτική έκσταση της άνωσης: το στυγερό σκηνικό  μιας άγριας επιδρομής για λάφυρα –μιας λε-η-λα-σί-ας!  Σπουδή στην ελεύθερη συλλογιστική που φτερουγίζει τα μοτίβα στοχασμών περί του πως εθελοτυφλούμε απέναντι στα αποδεικτικά τεκμήρια που ακυρώνουν την αφήγηση την όποια άρχουμε. Δεν είμαστε όμως παρά κοιμισμένοι, γελασμένοι, κυνηγημένοι των λυσσασμένων λύκων, το πρώτο αντανακλαστικό νευρικό τίναγμα, πάντα λίγο πριν φέξει: το καθήκον που διαλύει τ’ όνειρο –είτε το πιο αποτρόπαιο είτε το πιο μειλίχιο, έχει μήπως καμία σημασία, αν και το ίδιο το καθήκον αποτελεί ονειρική χαύνωση; Εκείνο που ξέρω είναι ότι φθείρομαι κατά την επαλήθευση της αθανασίας, επιλέγω το θάνατο, επειδή δε μ’ αρέσει η αυταπάτη. Μην πιστεύεις ούτε λεπτό στους αλαλαγμούς, στην άβυσσο, στην ηχώ του εφιάλτη! Διότι φορές-φορές το βιώνεις διαυγώς, ότι είσαι μόνος σου, τρέχεις με τα γόνατα εναγωνίως, για να γλυτώσεις από τη συντριβή του κομήτη και των αναθυμιάσεων που μετουσιώθηκαν σε στάχτη. Είσαι η βίαιη ανάσα του δικαιόφρωνου φυγά ή ο αποσιωπημένος αναστεναγμός του απαγορευμένου πόθου –ούτως ή άλλως, η οριακή αναβράζουσα συνθήκη, που συγκλίνει σωτηρία και συντριβή: για να ανανοηματοδοτήσει τη διάθεση για αυτοπαράδοση ως της ριζική αδιαφορία για το πώς θα υποκύπτεις στον Πειρασμό: τον αγώνα της χιλιαστικής παρέλασης που θα χαιρετήσουν τα πλήθη της απροσδόκητης θείας χάρης κι ευφροσύνης. Εκείνους που αναγνώρισαν ως προδεδικασμένη και τελεσμένη την ροή δεδομένων του χρόνου. Η αποποίηση του καθήκοντος να υπηρετώ της συνδετικούς κρίκους της ασυνέχειας, του πώς επαληθεύετε το έγκλημα την κάθε φορά που υποκύπτετε στην πειθώ των αισθήσεων και ιδιαίτερα του λόγου. Λόγιε, είσαι το αμόρφωτο, αγράμματο και κατεξοχήν απονενοημένο υποκείμενο, το θήραμα, το ελαφρύ ελάφι, για να μην πω ο φοβητσιάρης ο λαγός· μην πιστεύεις στο βαθύ υπονοούμενο βλέμμα του θηρευτή που σε παραμονεύει! Μην πιστεύεις σε αυτό που βλέπεις, μην δίνεις σημασία σε αυτό που ακούγεται, αξία να μη δίνεις στην αφή, τη γεύση, την οσμή. Μόνο να επιτείνεις την ενατένιση και εποπτεία του εσωτερικού θόλου που διανοίγει μορφοκλασματικώς τη διάλειψη του Χρόνου. Είμαστε οι ορειβάτες του Ενιαυτού, οι ακρόθυμοι, των Αιώνων των άπαντων οι τελετουργικοί χορευτές, πάνω σε σχοινί ακροβατών, την κορυφογραμμή του νοητού Σύμπαντος! Αστρείδες ναυαγοί στον ανελέητο παραδαρμό του δέους και του τρόμου, εκεί που απείρως χάσκει –εσωτερική ανάταση από το βάθος που δεν τελειώνει –μονίμως πέφτω να το δω και πάτος δε φαίνεται, το παραμύθι συνεχίζει να εξυφαίνεται… Μην προσπαθείς να με καταλάβεις, άφησε με να τρέχω ανέμελος δίχως τον πατερναλισμό εκείνου που αείποτε και κατ’ ανάγκην εννοείται. Άφησέ με να αφηγηθώ τι είναι εκείνο που συμβαίνει όταν γκρεμίζομαι από της εξηγητικής συνέπειας την τυραννία κι όταν ξάφνου αναδύομαι ως τυχαία ακροστιχίδα του ανέμου, μια λέξη ακατανόητη, ένας βρυχηθμός, μια πρωτογενής κραυγή  του «γιατί;», μια ιαχή του ανησυχαστικού πολέμου μιας ανάμνησης που στοιχειώνει κι οροθετεί τα διαδοχικά δώματα του λαβυρινθώδους παρόντος. Ότι τάχα υπάρχω και δήθεν είναι μόνο αυτό κι ότι ως επιφαινόμενο της πιο αδιανόητης αυταπάτης· ότι δήθεν η συνειδητότητα είναι το ίδιο μη-στοιχειώδης και επουσιώδης για την εικόνα του γενικού, όσο το άλας ή ακόμη και το ζαφείρι. Μια απλή ιδιότητα όπως το δέρμα του ερπετού ή νυχτερινή περιπολία της λεοπάρδαλης. Μα πώς μπορώ να αρνηθώ όταν υπάρχω, όταν το νιώθω τον σπλαχνικό σπαραγμό που φέρει, ως επίπτωση, το ψυχρά αγγελικό βλέμμα εκείνο που αποδομεί με συνέπεια κι επιμέλεια, τα κερατοειδές τσίρκο των μικρών κι ασήμαντων ζωών μας, που μόνο ως μεταγενέστερη απόρροια θα μπορούσαν να φαντάζουν ως τις δήθεν αυτοκρατορίες των Καισάρων –εκείνος ο ανεπανόρθωτος οργασμών θρίαμβος του αναστήματος που επιζητεί τον πρωτογενή γνώμονα των προτύπων υποκειμενικότητας. Το κυνηγητό δηλαδή των αθώων τεκνών στο μονόδρομο της σφαγής, που εξακολουθεί να υφίσταται, μη σας ξεγελάν οι ροζ κουρτίνες. Σαν το άνθος, σαν το ρόδο που μοσχοβολά το γαρύφαλλο ή τη λεβάντα, ή τη γεύση της χιώτικης μαστίχας, του Κεραύνιου Διός και της πολύμαστης Αστάρτης, που με το λάγνο βάρος της γονατίζει τον αγώνα της ασκητικής έπαρσης στην παραδοχή του τελικού και ύστατου Είναι, που δε νικιέται από το θάνατο, δε σβήνει από τον έσχατο τρόμο της αγωνίας, του πανικού των ύστατο σπασμό της στερημένης ανάσας· στο μυοκάρδιο, θανατερού θηρευτή μαχαιριά, στο πόσο καταρρακτωδώς συγκινημένος επιφορτίζομαι το βάρος του Άτλαντα και την επιμονή του Ταντάλου. Για πόσο θα κρατήσει ακόμη αυτή η χαραυγή που ταξιδεύει μονίμως καβαλώντας τον ροδαλό ορίζοντα, σαν φλεγόμενη βάτος κι επαγγελία της χρυσής Γέννησης αλλά και του αστραφτερού χαμού που αποπερατώνει το βίωμα του ονειροφόρου θανάτου. Τελετουργικό πυρ και στάχτη των καιρών, προσφορά στον παρόντα τείνοντα χρόνο και τα απομεινάρια της κυματώδους συντριβής, της Ιστορίας οι χαλίφηδες και τα υποκριτικά κρόσσια, όλα δηλαδή τα παραμύθια, που αποπνέουν την αχλή της ανάγκης για εξατμιζόμενη Σωτηρία, ατμώδη μακροθυμία και βροχερή εξιλέωση, γνωρίζοντας το διακύβευμα της πιο πρωτογενούς και ηφαιστειώδους επιθυμίας, της λαγνείας που βράζει τα ύδατα: για το υπάρχειν με μια ιδιότητα, μια ταυτότητα αλλά και μια ιδεολογία. Το πώς η πεταλούδα πέφτει πρώιμα στην απόχη μιας πρώτης φαινομενικής ακτινοβολίας, του γενετήσιου οργασμού και των συνεπαγωγών του –το πώς ο σπόνδυλος παραπέμπει στη διάρθρωση της αγγελικής σφραγίδας, που κατεβαίνει τους ουρανούς, σαν την εθελούσια βαρύτητα του πέπλου, που μοιάζει πιο πολύ με ανασταλμένη άνωση, έκβαση του κατεξοχήν αδύνατου ονείρου. Κι όμως εκκρεμεί ακόμη εδώ. Κανένας Διαφωτισμός, καμία Τράπεζα και Ιδεολογία δεν κατάφερε να αποσοβήσει τον κόλαφο του ελευθέριου Παραδόξου. Ως Θηρίον, ως Αρχάγγελος, ως κέλευσμα πολέμου. Δίχως τέλος, εναγκαλισμός παλαιστών που ζυμώνονται με την σπαρακτική έκφραση του νευρικού γέλιου, τον εγκέλαδο της βροντερής Κωμωδίας, μιας παρωδίας, μιας Ωδής της σάτιρας, απόπειρα αυτοσαρκασμού κοιτώντας προς την Κενότητα και τον πυρακτωμένο τόπο του εγκλήματος, απέναντι στον εαυτό που χάθηκε ως η φλογερή επέλαση του ψεύδους. Η επένδυση κεφαλαίου στο κύρος της ντροπής, στο φρούριο όπου ταΐζονται οι γύπες και οι ύαινες, τα μαύρα κοράκια της επικήδειας επισημότητας, αυτά που μας περιγελούν και μας εμπαίζουν: «γιατί υμνείτε τους νεκρούς, ποιο το όφελος στον απολογισμό της στάχτης από τη στάχτη;» Η ειρωνεία του εμπαιγμού φαντάζει ως φιδογυριστό μοιρολόγι του Διαβόλου, που είναι αναγκασμένος να υπηρετεί  το σχέδιο του Κυρίου, το απολύτως αναγκαίον!  Μην τον παρεξηγείτε, υποφέρει κι αυτός, εδώ που τα λέμε είναι ο μάρτυρας ο ίδιος, το υπόδειγμα της αυτοθυσίας, καθώς πρέπει μονίμως να υποφέρει τη συνέπεια του Νόμου, δίχως ικμάδα εξιλεωτικής ενοχής, μα δίχως και για διάθεση ν’ αλλάξει –ηττημένος εξ αρχής, από εχθρούς και φίλους παραγνωρισμένος… το βλέμμα που μαγνητίζει επειδή ακριβώς δεν πείθει. Ψευδέ, φιλάργυρε, φιλεύσπλαχνε της λαγνείας, άνθρωπε χωρίς πυξίδα, ναυαγέ με το φωσφορίζων κοίταγμα, των πυγολαμπίδων νυχτερινή περιπολία, που αναδύεται από την αφρίζουσα νεύρωση του ποταμού των εγχρόνιων συμβάντων: μα τι θέλουν τελικά να αναδείξουν (ανόητε, το ρωτάς…) Ίσως το νιτσεϊκό μεσημέρι να είναι απλώς μια φευγαλέα αστραπή μελλοντικού εγκαινιασμού, που με φωταύγειες μυθικού χρυσού ξεβράζει από τη ενύπνια λήθη. Ότι θα συμβεί, μονίμως θα συμβαίνει, μα ποτέ δεν ανατέλλει. Μονίμως, λέμε, στο κόψη του χαράματος, έτσι με την έκφραση της πλέον αυτοαναφορικής ηλιθιότητας, της εστεμμένης στους βασιλικούς θρόνους και των πολύκροτων κυμβάλων, καταλήγει στη σκιά μιας εμμονής που ελλοχεύει ν’ αρπάξει το πρώτο αετόπουλο που θωρεί ψυχορραγώντας το υπερπέραν, την έσχατη αναπνοή της επιθανάτιας κλίνης, σε αποστειρωμένο κλινικό χώρο, όχι πλέον τόσο για να σε σώσει βιολογικά, παρά για να σε διακομίσει με αγνότητα σε αυτή τη εσωτερικευμένη εν-οργασμική ενδοβολή της Σιγής προς τη Σιγή, στον πυρήνα του Χρόνου, τον μεγάλο χορευτή της Αιώνιας Στιγμής. Ομ Ναμαχά Σιβάγια! Εκεί που κάθομαι και το αναλογίζομαι από υποτιθέμενη ατρόμητη αποστασιοποίηση εκεί απρόσμενα πεθαίνω. Μη φοβάσαι το θάνατο και κυρίως μην απειλείς έναντι όλων των άλλων ότι θα τον διεκδικήσεις. Κοίταξε απλώς να τον ζήσεις! Έστω με την ταχύτητα της σφαίρας του εκτελεστικού αποσπάσματος, έστω αργά σαν την εντροπία που επιφέρει η οξείδωση. Όπως κι αν έχει, είσαι υποχρεωμένος να νικάς, αρκεί να νικάς, δεν έχει σημασία το πώς και το γιατί. Από κορμί σε κορμί, χάνδρα σε χάνδρα που διακοσμούν το ηλιοκαμένο χέρι του ερμητικού αγύρτη. Ψυχοπομπός, μαέστρος της εξωτικής ορχήστρας στα παλεοντολογικά δάση –η πορεία προς τον Άδη έχει κάτι από τη χάρη της τελετής-υποδοχής του Άρειου Αυτοκράτορα στις λεωφόρους και τις αλάνες της Βαβυλώνας, εκεί όπου φρουρούν τις θύρες τα εξημερωμένα λιοντάρια. «Γυναίκα, γονάτισε κι ακούμπα το μέτωπο στο δάπεδο, είσαι σκαλοπάτι του θεού προς την άβυσσο· είσαι η νύχτα της Περσεφόνης, που τη χαϊδεύουν οι νιφάδες του χιονιού, ο ψυχρός διαλογισμός στην αφή της χειμερινής αύρας». Αυτά δεν τα νιώθει μόνο η Μητέρα σου, Περσεφόνη, αλλά κι όλοι οι απρόθυμοι και φοβισμένοι εραστές που κοντοστέκονται στο ημισφαίριο του Χειμώνα δίχως να τολμούν να σε αδράξουν, στο καρναβάλι των εποχών- που φοβούνται να σε απαγάγουν όπως ο θεϊκός ταύρος έκανε την εμψυχωμένη περιήγηση της Κόρης, προς μια κατεύθυνση παραστρατημένη, αλλού από τη συνήθη τροχιά του εωθινού άτλαντα. Στην προαιώνια απάθεια, στο κομπολόγι της βλασφημίας που διώκει το έγκλημα της ίδιας της αυτοαναφοράς, που πειρατικά λεηλατεί τα καραβάνια του πεπρωμένου και τετελεσμένου Χρόνου,
εκείνα που
έρχονται από γοργά δονούμενες συνειδητοποιήσεις,
οι πτυχώσεις της πρωτογενούς διακύμανσης του Κενού
σεντόνι τεντωμένο και ανακροτεί τη διαρκή παρέλευση της αφύπνισης στη Στιγμή.
Για μια στιγμή ηλίθιος, κοιτάξου στον καθρέφτη…
Βρίθει από αφθονία δυνατοτήτων, σαν τις μέλισσες που βουίζουν επιζητώντας την τάση της έπαρσης, του ότι καταρχάς «υπάρχω». Έστω ως ναυαγός και με εγκαύματα, πυρηνικών και τοξικών οξύμωρων, η φλόγα ανέγερσης του θεϊκού χορευτή (Ομ Ναμαχά Σιβά!), ο λόγος άρθρωσης της κραυγής και ακόμη καλύτερα του γέλιου που τα σωθικά γλυκαίνει, που ευωδιάζει τους «επιούσιους άρτους» της ψυχιατρικής.
Υπάρχω ως αντάρτης.