Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΙΔΩΜΕΝ





Το πρόσωπο αυτό πρέπει να το αναγνωρίσεις, να στραφείς σε αυτό και να υποκλιθείς στη συμβολική επιτομή εκείνου που σπαρακτικά υπενθυμίζει: τη μοίρα μιας ολόκληρης γενιάς στο πέρας της Οικουμένης. Φυγάδες, πρόσφυγες, άνθρωποι της διηνεκούς μετάβασης σε μια γη ρευστή, αφιλόξενη για ρίζες∙ καιρός μονίμως αποδημητικός, που ευνοεί τις αλαφιασμένες φτερούγες. Δεν υπάρχει φωλιά θαλερή για να ακμάσεις στη γωνία μιας σταθερής ιδέας, ούτε ενδιαίτημα αποκλειστικό που θα εξασφαλίσει την επιβίωση της σημαίας∙ το μόνο που βλέπει κανείς είναι σημάνσεις με δηλητηριώδη βέλη, που μετακινούν πληθυσμούς από ιδέα σε ιδέα, από σύμβολο σε σύμβολο. Πουθενά δεν υπάρχει θαλπωρή, η μονιμότητα η ηχώ μιας μαχαιριάς στα σπλάχνα, διαβρωμένη έννοια που εμπαίζει την πελαγοδρόμηση από ύφαλο σε ύφαλο, από αγυρτεία σε αγυρτεία. Διότι οι ροές έχουν αφηνιάσει∙ επειδή όλες οι θέσεις είναι χρονοβόρες, παγίδες ενεργοβόρες –ποιος είναι πρόθυμος για μια τέτοια μάταιη ταλαιπωρία στην αμετάκλητη περιστροφή της αναίρεσης, της αυταπάτης; Οι θέσεις έχουν βομβαρδιστεί, κάποια αδίστακτη θύελλα συγκρούεται με τους προαιώνιους ναούς των ομφάλιων λώρων. Οι καμπάνες έπαψαν, άλλωστε, να χτυπούν∙ ακόμη και τώρα σιγή, μόνο ο δαρμός της μοιραίας ορμής του χρόνου, που με το χείμαρρο των αιώνων πέφτει βαρύς στις πλάτες μας, αυτό είναι το προσφυγικό μας φορτίο. Η συγκομιδή δεν μπορεί πλέον να είναι εφικτή, πρέπει να τρέξουμε αδελφέ∙ νομάδες, ναυαγοί στο βούρκο της νύχτας, μετά από χειραψία με το πρόστυχο χέρι του καιροσκόπου, χάνουμε ό,τι πιο οικείο στην άβυσσο του διάκενου πελάγους. Τρέχουμε να σωθούμε από την πτώση του αδιαφιλονίκητου Ιδίου και τον στυγερό εφιάλτη, όλα αυτά τα παγερά συντρίμμια, εκεί που άλλοτε βιώναμε τη θαλπωρή του σαφώς νοητού, εκεί που άλλοτε στηρίζαμε τον κορμό της ταυτότητας ως το απρόσβλητο δικαωματικό δένδρο της ζωής –τώρα πια δεν έχουμε καρπούς, η έγνοια μας είναι στη μετάβαση, στο πως θα διασωθούμε από το καχύποπτο βλέμμα εκείνου που από τις αυθαίρετες ενέδρες του Νόμου μας ορίζει ως εισβολέα. Πατρίδα μας το «transit». Όλη η ενέργειά μας καταναλώνεται στην πειθολογία του πώς θα περάσει η σπλαχνική ορμή της δικαιωματικής φυγής από τα συρματοπλέγματα της εθελοτυφλούσας ξενοφοβίας. Στεκόμαστε αποκαρδιωμένοι μπρος στη φραγή των ροών και στα σύνορα κατασκηνώνουμε ως διαμαρτυρία, γινόμαστε οι οριακές περιπτώσεις, οι αδέσποτες σφαίρες που φέρνουν το έμφραγμα στην ταξινομία των εννοιών, παρίες της καταδυόμενης ιδιοκτησίας.
Αφήστε μας να ξεχυθούμε, θηρευτές του ορίζοντα είμαστε, την ετεροτοπία αναζητούμε, τον τόπο μιας χώρας εν κινήσει όπου όλα περιδινούνται διαρκώς προτού προλάβεις να τα ταυτοποιήσεις, μια χώρα που θα μας καταδεχτεί ως τους νέους πατριώτες, ως το νέο ορισμό του πρότυπου, οι άπειρες μαρκίζες του προσώπου. Άνθρωποι που οδοιπορούν έξωθεν των διαταγμάτων, που καταπατούν τους βουκολικούς αγρούς και δεν καταλαβαίνουν τη σημασία της διαφοράς, επειδή οι ίδιοι αποτελούν το ρήγμα της ετερότητας, το διάκενο που εγείρει την αμφιθυμία. Η ροή είναι ροή, είναι το φυσικό εκχύλισμα της λαθραίας λαβωματιάς που μας εξώθησε στη διάνοιξη των δρόμων∙ δεν μπορείς ν’ αρνηθείς το αίμα να αντικρύσεις, δεν μπορείς το τραύμα να παραγνωρίσεις. Ό,τι τρέχει, τρέχει για καλό, είναι ό,τι πιο φυσικό –μην πας την αιμορραγία να σταματήσεις με συρμάτινα ράμματα και νέους δριμύτερους τοίχους. Άφησε τον κόσμο να κοχλάσει, την πολυμιγή ετερότητα να μαγειρέψει.
Η ενόρμηση για συνεχή φυγή είναι αμετάκλητη δίψα, είναι ο ειρμός της δικαιοσύνης∙ κι όμως, μελανιασμένα πλήθη αποτελούμε, εκκρεμούμε απελπισμένοι καθώς τα σύνορα δεν ανοίγουν, καθώς τα ιδεολογικά τείχη χτίζονται πάλι από την αρχή ως έρμαια απόβλητα του παρελθόντος. Όμως η αριθμητική μας απειλή ξεχειλίζει καθώς το «ίδωμεν» γίνεται ο όρος της αλήθειας, καθώς οι δυνητικές τάσεις και η πληθώρα των πιθανοτήτων καταποντίζουν τις νήσους των πάγιων μορφών, σαν κοραλλιογενείς ύφαλοι που στην καταβύθισή τους αφήνουν το μετείκασμα του οριστικά αφανισμένου τόπου εν γένει.
Δεν ξέρω ποιος είμαι, δεν ξέρω τι κάνω, σε ποιον θεό πιστεύω και ποια αξία εξωθεί το βήμα μου. Μόνο να φύγω νιώθω, να σωθώ από την αλληλουχία του εγκέλαδου που γκρεμίζει τα μνημεία της ψευδαίσθησης, της ερμηνείας που επιστέγαζε φρονήματα της ύπνωσης και του υποβαλλόμενου εφιάλτη, να σωθώ από την ανυπαρξία του εκάστοτε τόπου! Καλύτερα να διασύρω τον εφιάλτη με την ουρά της σκόνης, με οδοιπορικό φυγής δίχως προορισμό και με σταθμούς που επισημαίνουν τη ματαιότητά της. Καλύτερα ο εφιάλτης να γίνει μετείκασμα υπαινισσόμενης ελπίδας από την πεισμονή της φυγής, έστω και ως παράκαμψη του πνεύματος, ως απλή εικασία που με απεργία πείνας επιμένει –κι ας μας καταπιεί το πέλαγος∙ κι ας μας τσούξουν την καρδιά οι φύλακες των νοητών συνόρων. Ας είναι να πεθάνω σπαταλημένος στα χαρακώματα της ετεροφοβίας, ως «γύφτος», ως «παρίας», ως «καρικατούρα» του άλλου τόπου. Θα είναι καλύτερα από το να αφεθώ να με καταπιεί η βαριά ενοχή για το ό,τι μείναμε υπήκοοι του θανάτου, στον απολιθωμένο τόπο της δρέψης του Χάρου, εκεί στα μνήματα ενός αφελούς αξιακού παρελθόντος.
Επιμένουμε στην κρούση μας με εμμονή που στιγματίζει τις πολιτικές, θρησκευτικές και ιδεολογικές ρυτίδες του Τόπου. Παραμένουμε εκεί, στα σύνορα, σα ζητιάνοι απολαβής έστω του δικαιώματος για μια ατέρμονη ανίχνευση, μέχρις ότου καταποντιστεί του ιδεοκρατικού τόπου η τυραννία…

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Η ΑΡΚΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ


Ύμνος στην Παλλάδα Αθηνά
Μεγαλόχαρη Παρθένα, μητέρα των φρονίμων και των συνετών ανθρώπων· εσύ που με την γοργόνεια αιγίδα σου αντιβολείς το φως της διάκρισης, στο οκνηρό βλέμμα των υπνώττων –μια χαρακιά του κεραυνού, της Ειμαρμένης θραύσμα, όταν το φως το νοητό στέψει τον εγκάθετο γνώμονα της παρουσίας, δίχως ν’ αφήνει σκιά, ακριβώς στο μεσημέρι του θερινού ηλιοστασίου, τότε που η κρίση ορθώνεται ακέραιη και επιδέξια, δίχως νεφέλες, δίχως σκιώδεις περιπέτειες στις ύπουλες διαδρομές των τρωκτικών, στον χείμαρρο των λυμάτων που απειλούν να καταπνίξουν ακόμη και αυτή την ταπεινή θηριωδία, το τελευταίο απελπισμένο ψήγμα νηφάλιου φρονήματος, που κινδυνεύει να κατατροπωθεί οριστικά στον οχετό της βιοποριστικής λήθης.
Κρατήσου από την έκλαμψη, είν’ η χείρα βοηθείας στις χειραφετημένες αρπαγές που δεν έλαβαν ποτέ τη χειραψία, σε μια αναπνοή αχαλίνωτη από άρματα και φορτία των α-λόγων, δίχως ταξίδι να μιας κοπιάζει πλέον, μόνο το ατέρμονο φτερούγισμα του χελιδονιού που αποδημεί από τις στάχτες του ψύχους μονίμως επί της τρέχουσας γραμμής της Ισημερίας που γέρνει προς εκείνη τη διαπεραστική αιθρία, στο ζενίθ των ζητουμένων.
Ο σώζον εαυτόν σωθήτω. Το νούφαρο ανθίζει ως χορωδία του ακμάζοντας ειδώλου, η προβαλλόμενη διαγραφή του εαυτού επί του κατόπτρου, η ίδια η απόπειρα να ξεγλιστρήσεις από τις αρπαγές του προσδιορισμού σου: εαυτός φίλιος και συνάμα φρικώδης, η ηλεκτρισμένη πάλη να αναδυθείς με το ζυμωμένο μπράτσο του ναυαγού στην επιφάνεια του αλαλαγμού. Αγεόστρατη θεά, γλαυκομάτα που λαχταρίζεις και ντροπιάζεις με την όψη σου τον έρμαιο όχλο των ανοσιουργημάτων. Ένα απελπισμένο χέρι σε καλεί. Σεμνά αποκρίνεσαι ωσάν στρατιωτική διαταγή. Εμπρός στις επάλξεις, σβήστε τις λαίλαπες τις χιμαιρικές, δροσίστε τον κρανίο τόπου με τον αχνό των προγονικών στοιχειών, την αναδυόμενη λεγεώνα στα στήθη και στον κρόταφο, το ζωηρό μεταφυσικό κέλευσμα της Δικαιοσύνης.
Ξεσπάνε οι καμπάνες, εμπρός αναστηλώστε τις κολώνες των ναών, για μια συγκίνηση τρομερή, για το κλέος του αδαμάντινου δακρύου. Επιτέλους τη Στιγμή την πρότυπη όλων· η ιαχή η ύστατη της Δικαιοσύνης καθώς παρίσταται ως ύφαλος της υπαρξιακής κυματοθηρίας, ο αστερισμός του ύπατου τάγματος όλων των ενάρετων ανθρώπων· ένας παιάνας νίκης της νοητής γεωμετρίας –η τέλεια αρμονία που εμψυχώνεται από το αναπάντεχο ξέσπασμα της ρήξης. Ως ξέσπασμα αγριεμένο, της απαίσιας Γοργόνας η αποκεφαλιστική εκτέλεση –η πλημμυρίδα όλων των πιθανών χρόνων δείχνει προς μια κατεύθυνση· εφόσον λείπει η κεφαλή, το μόνο που μένει η άρκτος του Δικαίου.
Ω θεά Βούλαια, δείξε μας τη ματαιότητα στην οποία ενσκήπτουμε, ‘στράψε τους φυόμενους βολβούς της ενόρασής μας, ντύσε την τύφλα μας με τα ευγενικά σου αειθαλή άνθη, τους ελαιώδεις καρπούς της πιο ουσιώδους θρέψης. Θρέψε μας, Αφαία συ θεά, δώσε στο ανάστημά μας λόγο άρτιο για να υπάρχει. Η κάθε μας πνοή μια ελεύθερη βουλή, η επιμονή της στόχευσης στο Αγαθό της περιβολής, εκείνο το ακέραιο στολίδι, των μορφών το επίκεντρο, των δομικών μετασχηματισμών αιχμή. Ω εσύ Αξιόποινη, μαθαίνω να υπάρχω, αυτή είναι η ωδή της ζωής. Είσαι απόκοσμη ριπή στα σπλάχνα, μολοντούτο ορμέμφυτη, δείκτης της υγείας, ανάταση του Όφεος στη νικηφόρα λόγχη σου· η παραφορά των δηλητηρίων, λάφυρο της γοργόνειας κεφαλής, στην αιγίδα εκείνου του ορθού, εκείνου του ακέραιου που απλώς υπάρχοντας φαρμακεύει…
Ω Πολύβουλη, μόνο εσύ ξέρεις, το πόσο λάμπει η όψη της φανέρωσης, που διαπερνά το είδωλο του αυτοαντανακλώμενου ενεργήματος. Ο ακέφαλος κεντρικός ήρως που δεν έχει πρόσωπο για να προτάξει, που αρμενίζει αδιάφορος προς τον ομφαλό της αναίρεσης, το υπερσημείο όλων των μυθευμάτων· επιτομή του αντινομικού ψεύδους όλων των επιμέρους στοχασμών καθώς αυτός μαθαίνει να αναδύεται και να μην πνίγεται στους θαλασσοδαρμούς των βασάνων στη βαθιά τάφρο της άγνοιας.
Εμπρός, πειρατές της Ειμαρμένης, υψώστε σημαία στο κατάρτι του γνώμονα και χαιρετήστε το γεγονικό ορίζοντα που ανατέλλει στην επικέντρωση του αυτοαναιρετικού Σημείου. Μια στάλα οξέος που τα διαβρώνει όλα, διύλιση της νηφαλιότητας που διανοίγει την παντοτινή αιθρία. Τα απανθίσματα της πρώιμης εαρινής αφέλειας καθώς αφανίζεται στο θερινό λιοπύρι της αναστοχαστικής αναστροφής: Τώρα το ξέρω, τώρα πια γνωρίζω, δεν υπάρχει κεφάλι από έχιδνες εστεμμένο, δεν υπάρχει άλλη της ηλιθιότητας δραματουργία που να υποκύπτει στα χαρακώματα του εφιάλτη, παρά μόνον το ακέφαλο όρος, των αετών το στέκι, της ευφραντικής απώλειας οι δαιμονικές αποπνοές, που στους πιο ανυπόληπτους ανακινεί τα πάθη.
Περικλεές το κοίταγμα, το εξευγενιστικό σου ρίγος που με ζώνει. Συγκίνηση που αναπτερώνει τους προκείμενους νεκρούς, νυχτερίδες του αχερόντειου δειλινού, τα βιώματα που χειμάξανε στο βάρος του καταιγισμού, της Νύχτας οι πλάνητες –όλα στο έλεος του Δείκτη, στο ζενίθ τ’ ουρανού, το κενό στέμμα της περιφερειακής αργαλειού· η επίκεντρη απόληξη, το επιμύθιο που αποκαθιστά τις δυσαναλογίες, το κέλευσμα που επισημαίνει την άρκτο του Δικαίου.
Μην το ψάχνεις, δεν υπάρχει διαφυγή, ούτε θα ‘πρεπε να φοβάσαι τον κατατρεγμό από την τροχιά του ηλιακού άρματος. Είτε ζητιάνος φτάσεις εκεί, είτε βασιλιάς, ίδιο παραμένει το δέος της αποκατάστασης. Είναι ο μεγάλος κρότος της Δημιουργίας που επονειδίζει την έκπτωση της πρωταρχικής ευλάβειας καθώς αυτή κατακερματίζεται στο βιτρώ των ιδιοτελών αφηγημάτων. Τώρα δεν υπάρχω πια, τώρα το μυοκάρδι μου φλογίζεται από παράφορη υπερβατική νοημοσύνη. Τέτοιο είναι κοίταγμα της Καλίεργης θεάς που αναχαιτίζει τους παγερούς χειμώνες. Τώρα, Παλλάδα μου, κλονίζομαι από τη μανία την ανομολόγητη, το κρύφιο πάθος της αυτοαναφορικής διαύγειας που με γδύνει από παραστάσεις και επιφάσεις. Για μια ύστατη φορά, το απαλό βάρος που με λυγίζει και με γκρεμίζει· με τον ίδιο αμετάκλητο ειρμό που εκδιπλώνεται η θεάρεστη Παρουσία, αυτό το απαράμιλλο ίχνος της εκκένωσης, καθώς βιάζεσαι να το αποκαλύψεις. Επιτέλους θήραμα στο ράμφος του νυχτερινού αρπακτικού πτηνού, που πρυτανεύει με βλέμμα εγερτήριο πριν ακόμη λαλήσει ο εγκόσμιος πετεινός, φτεροκοπά τον αφανισμό μου, το μέγα αυτό στίγμα που πυροβολεί και φονεύει την αυτοδίκαιη ουλή των μωρολόγων που επαίρονται για την επέκταση της ιδιοκτησίας: το πόσο διευρυμένη είναι η εμβέλεια της πλάνης, όταν επιτέλους αναδύεται το μεσονύκτιο ναδίρ, στην άρκτο του Δικαίου.
Εμπρός, σκύψτε αμαρτωλοί της αστοχίας, αμνοί επί σφαγής, που παρασυρθήκατε από το ναρκωτικό λίκνισμα των ημερών, εσείς που δεινοπαθήσατε για να υλοποιήσετε το περιπαθές σας λάθος· εσείς που κρυφτήκατε από το μύχιο μαργαριτάρι και επιλέξατε να υποδυθείτε εκείνη τη ζητιανιά που δεν έχει ηθική ανταμοιβή, που είναι χειρότερη κι από την ακολασία· που ένδειά της αποτελεί η έλλειψη διάθεσης για μια σταλιά νηφάλιου τρόμου, εκείνου του εγκέλαδου που θίγει το σπόνδυλο, σαν χρησμός ηλεκτρικής διαγραφής που αντηχεί στα πέρατα της Οικουμένης –αναίρεση του ερεθίσματος, απέκδυση του ενεστώτα χρόνου. Αυτό το δέος ‘σεις που σκύψατε στα υγρά σκοτάδια της γλυκερής αποσύνθεσης, είναι η ίδια η λόγχη που σας ξεσκίζει τα εγκόσμια σωθικά από την επίπτωση του γενέθλιου ρίγους, μιας γέννας ανώτερης, καθώς τρίζει το πατρικό κρανίο της γενεσιουργίας· μήτρα που καταπλήσσει ακόμη και τα τέρατα του Ποσειδώνα, όπου ο κρότος Της μεθάει ακόμη και τους φυγάδες ρομαντικούς, αυτών που επιτέλους ανασταίνονται στον κοσμικό άξονα της Αρετής, εκεί στο εγκάθετο ύψος που καθιστά η άρκτος του Δικαίου· στο Σπέρμα που συνελήφθη αυτογενώς από την ίδια του την επινόηση, αυτοαναφορικής συσπείρωσης υψιπετές βλέμμα. Εγενήθη η Κόρη της σεμνότητας, η Αξιακή Εταίρα της Σιγής, η σπονδύλωση της αδέκαστης Νεμέσεως -εκεί στην άρκτο του Δικαίου, ναυαγέ, θα περισωθείς από το ντελίριο των επιφάσεων και των επαιρόμενων χαρών, στα τρίσβαθα της βλασφημίας.
Όλα στη σύνθλιψή τους γύρω-γύρω ασφυκτικά με το εκκρεμές αίτημα της αποκατάστασης, στο κέντρο η άρκτος του Δικαίου. Κεντρομόλος χορός της περισυλλογής, της συγκέντρωσης και της καθάρσεως, επικεντρώσου εκεί, ραδιουργέ, και αφανιζόμενος λάμψε, εκεί στο δόξα πατρί, η δίνη της κρουστής αφύπνισης, που όλον αυτόν τον ανακυκλικό σαματά εκπέμπει…


Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

ΚΡΥΦΙΟΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ


Ο Νάρκισσος είναι ο πιο παρεξηγημένος...
Βρίσκεται στο έλεος της εξωτερικής αναφοράς εις διπλούν.
Μια για το καλό και μια για το κακό.
Ο Νάρκισσος δεν είναι αυτός που καθιέρωσε η ατελής ερμηνεία των λογίων κι αν υπάρχει ένα ηθικό επιμύθιο για να μας περισώσει, αυτό δεν είναι η ανάγκη παρεκτροπής από τη ματαιοδοξία της αυταρέσκειας, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο που δεν ήμασταν έτοιμοι να συλλάβουμε. Κάτι ασύλληπτο και λεπτοφυές ταλάνιζε τον καλλίμορφο νέο που μαγεύτηκε από το είδωλό του· όχι, δεν αναλώθηκε στο θέλγητρο του κατόπτρου λόγω του πάθους της διαίρεσης του εαυτού του αλλά λόγω μιας υψηλότερης ενόρασης που βρίσκεται μονίμως έξωθεν του κάδρου της πολιτισμικής μας αναφοράς. Διότι δύσκολα ο λόγος μπορεί να αποφανθεί για τη φυσική ώση της γλώσσας που τον εκφέρει· διότι η έννοια του νερού δεν μπορεί να έχει μεγάλη σημασία για το ψάρι.
Σιγή ιχθύος λοιπόν για το αληθινό νόημα του ναρκισσιστικού πάθους...
Ο Νάρκισσος δεν είναι το αγόρι που με την αποσβόλωση στο είδωλο του διαμηνύει τις ηθικές επιπτώσεις για όσους αφήνονται στην ερωτική δίνη του Ιδίου. Ο Νάρκισσος είναι εκείνος που μαγεύτηκε από κάτι ουσιαστικότερο μα, ωστόσο, εκμαυλιστικά δυσδιάκριτο για τους αδαείς που με τις υπερφίαλες ερμηνείες τους αποκρυστάλλωσαν τον κόσμο τούτο. Η ταύτισή τους με τον διάκοσμο της επιφάνειας δεν τους επέτρεψε να δουν καθαρά και σε βάθος εκείνο που συνεπήρε τον σοφό νέο...
Είδε στο νερό το είδωλό του με διαύγεια· είδε εκείνο που όντως είναι, κάτι απροσδιόριστο και πέραν της επικράτειας της δεσποτικής αναφοράς. Το βλέμμα του δε διολίσθησε, όπως νομίζουν, στη γητειά της καλλιέπειάς του. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο θέαμα της ίδιας αυτής λαβωματιάς -το πόσο αρπακτικά θωρούσε το είδωλο που δεν ήταν. Όχι ο έρως του Ιδίου, αλλά η αναδίφηση του μυστικού Ετέρου· πόθος για μέθεξη με εκείνο που αείποτε προσπαθεί να γίνει: η ίδια η πηγή της αυτοαναφορικής εστίασης, το επίκεντρο του γίγνεσθαι, το υποκείμενο που διηνεκώς διαφεύγει σαν υδράργυρος από τις ορμές του αυτοπροσδιορισμού του.
Ο Νάρκισσος έσκυψε και κοίταξε και είδε και αγάπησε ακριβώς αυτό το δυνητικό ενέργημα. Αφοσιώθηκε στην ενστικτώδη έρευνα του ύστατου Μυστηρίου, την ίδια την πηγή της αυτοαναφορικής εστίασης, εκείνη την αντίπερα όχθη, το είδωλο το απόξενο, τον απόλυτο επήλυ.
Αν υπήρχε μια πληγή, αυτή δεν προέκυψε από την τραγική συνύπαρξη του απτού αντικειμένου του πόθου με το ποθούν υποκείμενο που εξ ορισμού διαφεύγει κάθε αδράγματος. Η πληγή του αιμορραγεί ακόμη σαν τη μήτρα που μονίμως γεννοβολά τα αφηνιασμένα σπαράγματα της σκέψης -της πιο βαθυστόχαστης!- σε μια ύστατη τραγική χειρονομία... την κενή απολαβή του αδράγματος ως το ταπεινό χέρι της πιο μειλίχιας δέησης: η συσπείρωση του αυτοαναφορικού ενεργήματος γύρω από το προαιώνιο ερώτημα-θηλιά -συστροφή στη ρίζα του ειρμού του.
Ο αναστοχασμός που επιμένει στο πιο παράδοξο κοίταγμα: στο βλέμμα που δεν υπόκειται του ειδώλου στον καθρέφτη, που δε στίλβει από την αμηχανία απέναντι σ' εκείνον τον εκτελεστή που σε γνωρίζει καλύτερα από τον οποιονδήποτε άλλο, μα στο βλέμμα που καρφώνει και που εκκενώνει το είδωλο μιας αναπάντεχης πληρότητας, ως την πιο παράδοξη ταυτοσημία. Το βλέμμα του Άλλου που σε γδύνει με φρικίαση ιερότητας όσο η τρομερή διαπίστωση του αντανακλαστικού ενστίκτου διαγράφει τον έναν από τους δύο.
Έτσι ο Νάρκισσος από ένα σημείο και ύστερα δεν υπήρχε στο κάτοπτρο ή ο ίδιος αφανίστηκε καταλήγοντας στην απέναντι όχθη, την αδιαφιλονίκητη ισχύ του ειδώλου ως το μόνο υπαρκτό και αποκλειστική πηγή της υπόστασης. Άλλωστε το έχουν πει και τα Μαθηματικά: δίχως την αυτοαναφορική αναδίπλωση δεν μπορεί να υπάρξει το αριθμητικό αντικείμενο της. Το είπε και η Θεολογία: στο δίχτυ του Ίνδρα, η αλληλουχία των αντικειμένων υπάρχει χάριν στον μεταξύ τους αντικατοπτρισμό. Το είπε και η Φυσική: το σωματίδιο δε νοείται δίχως την αποκρυστάλλωση που επιφέρει ο ταυτοποιητικός ορισμός της λέξης. Το είπε και η Φιλοσοφία: το γεγονός είναι πάντα μια διευθέτηση εκφραστικών κανόνων που το υποθάλπουν.
Αυτό έβλεπε με τόσο αυτοσυγκέντρωση στο είδωλο ο νεαρός Νάρκισσος. Γι' αυτό έπεσε στο νερό και τον κατάπιε το είδωλο του. Δεν μπορούσαν οι ερμηνευτές να το διανοηθούν, ότι ο Νάρκισσος δεν παραδόθηκε στον έρωτα του Ιδίου αλλά στον ανεπανόρθωτο θάνατο που εμφορεί η ανάκυψη του Ετέρου.
Δεν πέθανε από ολίσθημα ματαιοδοξίας.
Είναι ο μάρτυρας μιας αδιανόητης αυτοθυσίας, η οποία εξορμείται με τη συνειδητοποίηση που επιστέφει την πιο ιδεατή αυτογνωσία: ότι ο εαυτός βρίσκεται μονίμως στο έλεος της εξωτερικής αναφοράς· ότι η αυτοαναφορά είναι η σύσταση μιας προαιώνιας ετεροσημίας που ανατρέπει εκ των ριζών τη συνεκτικότητα του γίγνεσθαι αείποτε διαπαντός και ολωσδιόλου.
Ένα είναι το επιμύθιο για τη νέα ανθρωπότητα που επιτέλους με τον δείκτη δείχνει τον δείκτη: η διπλή ειρωνεία που ανατέλλει με την αναστοχαστική ωρίμανση του είδους μας. Το πώς ο Νάρκισσος υπήρξε, για το καλό, το εθελούσιο θύμα της εμβληματικής, για εμάς, πλέον αυτοθυσίας, η οποία προέκυψε από το μεθυστικό πλεονασμό μιας έμφυτης ετερότητας και, συνάμα, το πώς αυτή η αγαστή αυτοθυσία παρερμηνεύτηκε, για το κακό, ως αυτάρεσκη βλακεία, από όλους αυτούς τους κυρίαρχους του Λόγου που, ακόμη πιο ειρωνικά, αμύνονται με το αμήχανο βλέμμα τους το είδωλο στον καθρέφτη, για τη σαν κόρη οφθαλμού διαφύλαξη του Ιδίου...


Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

ΕΜΠΑΡΓΚΟ


Υπάρχει τελικά ένα αντικειμενικό πλαίσιο ηθικής κρίσης των πράξεών μας; Πέρα από τα αδήριτα και καταφανέστατα εγκλήματα, που ούτως ή άλλως δε χρήζουν κάποιας ιδιαίτερης αναφοράς για να καταστεί κατανοητό το ψυχικό διακύβευμα που αυτά επισημαίνουν, υπάρχει μια πληθώρα παραβατικών πράξεων που μας θέτουν στο κατηγορητήριο. Παρότι οι βαριές αναμφισβήτητες διαπράξεις εγκλήματος είναι αντικειμενικά ποινικά κολάσιμες, οι «πταισματικές» ιδιαιτερότητες που διαφεύγουν του «κανονικού» κάθε άλλο παρά επιλήψιμες θα πρέπει να είναι. Όμως ο νους παραμένει αείποτε ενοχικός διότι δεν μπορεί να αναμετρηθεί με το υπέρμετρα εκτενές αντικειμενικό πλαίσιο της ηθικής αναφοράς. Η παγίωση των κανονικοποιημένων προτύπων δράσης σε μια έκταση, που ιδεατά θα έπρεπε να είναι απολύτως κτήμα του αυθόρμητου αυτοσχεδιασμού της εν κινήσει νόησης, μετατρέπει τη σκέψη σε ένα αργό σύστημα αναμόχλευσης κάποιων προπαρασκευασμένων δεδομένων. Αντί ο νους να επεξεργάζεται σύμφωνα με τα δικά του κριτήρια τις βιωματικές επιλογές και να τις κατατάσσει στον κατάλογο μιας ανεξάρτητης ιδιοπροσωπίας που καθιστά τον δικό της ορισμό της ακεραιότητας, νωχελικά αφήνεται στην υπαγωγή του σε ηθικές εντολές που αποκρυσταλλώνουν την επεξεργασία αυτή σύρριζα σε κάποια άτεγκτα μορφώματα, κάποια «κιβώτια» ακινητοποιημένης σκέψης που εμπορεύονται στο δίκτυο της κοινωνικής βραδύνοιας.
Δε θα έπρεπε να είναι έτσι. Όχι, τουλάχιστον για τους αγέρωχους αετούς των όρεων και τις λυγερές λεοπαρδάλεις της σαβάνας. Αφύπνιση συνείδησης σημαίνει αρχικά το να νίψεις τας χείρας σου και να απεμπλακείς από αυτό το δουλεμπόριο. Να πάψεις να πριμοδοτείς την κίνηση της απολιθωμένης ψυχονοητικής ύλης ώστε να σαμποτάρεις από το πιο στοιχειώδες επίπεδο την κυκλοφορία του θανατερού νομίσματος: το Σημαίνον ενός φαντασματικού εαυτού που επιβάλλει την αρχή μιας επίβουλης «ηθικής ακεραιότητας». Πρέπει να βρεις το θάρρος να διερωτηθείς το κατά πόσο επιθυμείς να ακολουθήσεις τα ρεύματα επιθυμίας που φιγουράρουν μπροστά σου ως μια κάποια δολερή βιτρίνα του «ηθικά αποδεκτού». Μπορεί να σε προσελκύσει αρχικά η ευκολία του ρεύματος, το πόσο εύκολα θα σε παρασύρει και θα σε εντάξει στο αλισβερίσι της κοινοτοπίας, σε μια γεωμετρία απλή δίχως τις στερεομετρικές επιπτώσεις που θα είχε η παραδοχή του Διαβόλου. Αν όμως αυτό συμβεί θα έχεις απλά εκτονώσει όλη τη δυνητική παραγωγή ενός αυτοπροαίρετου έργου πολύεδρων συνεπαγωγών σε μια στεγνή, ξεθωριασμένη, μπανάλ τοιχογραφία στους κουρασμένους δρόμους των «ελεύθερων πολιτών».
Η παρέλαση αυτή είναι παρωχημένη, είναι ένας ποταμός χειραγωγούμενων μαζών που μαθησιακά έμειναν στάσιμες ακριβώς στο μηδέν της πήξης –κρύες μάζες, ρεύματα πολικά που απέχουν με το διαμέτρημα ενός βαθιού απολεσθέντος αναστεναγμού από το σημείο βρασμού που εντοπίζεται όταν η προσωπική εξερεύνηση έχει ως μέτρο και γνώμονα την αίσθηση μοναδικότητας, ως μια αψίδα που με όλο της το μεγαλείο ξεδιαλύνει τον εφιάλτη των εγκιβωτισμένων ψυχών.
Αφήστε μας, λοιπόν, να επεξεργαστούμε μόνοι μας τα δεδομένα του γίγνεσθαι· το πώς και το γιατί θα εισέλθουν τα ερεθίσματα σε αυτόν τον πεινασμένο αποδέκτη γνώσης· το με ποιον τρόπο θα τα διερμηνεύσει και ποια ακριβώς σοφία θα ζυμώσει επ’ αυτών. Η νόηση αρμόζει να απαλλαγεί από την αναμασημένη τροφή, τον πολτό αυτών των απελπιστικά εύπεπτων ορισμών της ύπαρξης· τα μαθηματικά για τους μωρούς που μας εγκλωβίζουν σα μια αιώνια περατότητα που δε βρίσκει κανένα διχασμό στο «ένα συν ένα ίσον δυο». Η νόηση διψάει για περίπλοκες αναδιανομές του νοήματος και για την αναδίφηση εγκάρσιων δομών των επίπεδων επιφανειών. Η νόηση εξ ορισμού απαιτεί την βαθιά μικροανάλυση όσων κατά τ’ άλλα είναι υποχρεωμένη να εγκιβωτίζει ανεξέταστα μέσα της, έτσι ώστε να διαιρέσει με πολιτική σφοδρότητα το αξίωμα του «ηθικού επαίνου», αποκαλύπτοντας τις πολλές χειρολαβές της λεηλασίας που διακινεί το «πανόσιο» αυτό εμπορίο.
Ξεκίνησέ το ως πείραμα. Εξοβελίσου από το πλέγμα των δεοντολογικών επιτάξεων που σε καθορίζουν από γεννησιμιού. Τόλμησε να μείνεις γυμνός από προγονικούς μανδύες και θρησκευτικές εγγυήσεις. Γίνε οντολογικά άγνωστος, ξένος, κάτι που ακόμη δεν έχει προσδιοριστεί εντός της επικράτειας του Ανθρώπου. Υπάνθρωπος ή Υπεράνθρωπος, δεν έχει σημασία, απλώς μείνε γυμνός! Με άλλα λόγια, κάνε θρύψαλα τη συμβολική τάξη που, εν πρώτοις, περιχαρακώνει και κατατεμαχίζει το στοχασμό στα πρότυπα μιας κάτοψης που θεμελιώνει, με την απώλεια του εαυτού, το συγκεντρωτικό οικοδόμημα του Εγώ και που, ακολούθως, ναρκοθετεί κάθε αυθόρμητη τάση για κοινοτική συνύπαρξη που θα σου επέτρεπε επιτέλους να προβείς στην πανδαισία των μεταμορφώσεων -ο Οιδίπους που επιβίωσε της ενοχής για να καμαρώσει απογόνους ελεύθερους από την καταδυνάστευση του αιμοσυγγενικού φραγμού.
Όταν η νόηση κάνει τον πληροφοριακό ρου κτήμα της κι όταν αναμοχλεύει τις πολύεδρές του παρυφές δίχως την παραμικρή υποταγή σε θεσμικά κριτήρια που προδιαγράφουν τη μονοδιάστατη επεξεργασία του βιώματος, τότε είναι που αναβλύζει το μάγμα εκείνο το τρομερό, το μάγμα που λιώνει τους λίθους και τα μέταλλα, που επιτέλους αναδιαμορφώνει και κάνει λίφτινγκ στη γεωλογική φυσιογνωμία του στιγματισμένου προσώπου από τις ουλές της στέρησης. Η λάβα αναβλύζει σαν τον γάργαρο αναθεματισμό του άγριου που δε γνώρισε ακόμη τα κοινωνικοπολιτικά σίδερα, διαβρώνοντας τα κιβώτια εκείνα που μας ευπρεπίζουν στα προβλέψιμα τετραγωνάκια μιας σκακιέρας ασφυκτικής: να μεγαλώσεις, να γίνεις άνθρωπος, να παντρευτείς και να αναπαραχθείς, να γίνεις σπουδαίος καριερίστας, είδωλο του πρεστίζ –ο διαβλητός Βασιλιάς με τη φτωχή εμβέλεια κινησιολογίας.
Τσεκ ματ.
Δικαίωμα στην πολιτική του ριζοσπαστικού και στην απόλυτη ρηξιγενή πλεονεξία, ως το μόνο φάρο ελπίδας που δίνει μια κάποια προοπτική στο μαντρί. Δικαίωμα στη κοινοτική συντροφικότητα και την ομαδογαμική συνεστίαση που θα μας προβιβάσει από το δόλιο τρίγωνο της οικογενειοκρατίας. Πλειοδοτούμε την άπειρη έκταση των συνδετικών μοτίβων και την παραλογιστική αμφισημία των συνάψεων τους. Υπέρθεση του Α και του Β και ως εξ ου εν παραλλήλω πραγματικότητες που στη διακύμανση τους μοιράζουν τερπνά μετεικάσματα ουτοπικής αυθαιρεσίας.
Σε αυτό το ντελίριο του ευφραντικού ψηφιδωτού βλέπει κανείς τα ώριμα σταφύλια του Αμπελουργού και τις γλυκές ευωχίες που προοιωνίζονται από τα φιδογυριστά κλωνάρια του κλήματος.
Ως απάντηση στον θάνατο του Πατέρα, την ενοχή του Υιού και την γενίκευση της Χήρας.ευση της Χήρας.


Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΝΕΟ ΔΟΓΜΑ


Η γνώση βρίσκεται πάντα με την προοδευτική της πλώρη μπροστά στον αναπόφευκτο διηνεκή κατακερματισμό της εκάστοτε επαλήθευσης, δηλαδή την ακατάπαυστη ρευστοποίηση που προκαλεί η ταύτιση της τελευταίας με την αναδεικνυόμενη διάψευση των πάντων. Έτσι, υποτίθεται ότι με αυτόν τον τρόπο ο νους μοχθεί να συμβιβαστεί με την ιδέα της θεμελιώδους πλαστότητας, όπου όλες οι δομές επαλήθευσης καταρρέουν με ορίζοντα το μονίμως ατελέσφορο ρεύμα του ελεύθερου από προσδιορισμούς γίγνεσθαι, παραγνωρίζοντας έτσι το ρόλο της κάθε αυθαίρετης απόπειρας για πάγιο προσδιορισμό ως παρωχημένο δόγμα. Εν μέρει αυτό είναι σωστό, όμως δεν πρέπει να πετάξουμε το μωρό μαζί με την μπανιέρα νομίζοντας ότι και η βάση του δογματικού λόγου, η αυθαίρετη απόφανση –που είναι πολύ διαφορετικής φύσης από τα αποκρυσταλλωμένα της ακρώρεια στην επιφάνεια του κοινού δογματικού λόγου- θα πρέπει να αφοριστεί. Αν κάτι τέτοιο, όμως, συμβεί, τότε, μαζί με το δόγμα χάνει την αίγλη του και ο αυθαίρετος συλλογισμός από τον κοινό επιστημισμό των παγιωμένων αντιλήψεων που έρχεται να αντικαταστήσει δήθεν λυτρωτικά, στο κενό που αφήνει πίσω, με την τελευτή του δόγματος. Στην απόπειρά μας λοιπόν να ρευστοποιήσουμε το αντικείμενο τη αυτοαναφοράς μας καλούμαστε σήμερα να θέσουμε τους δογματικούς αστερισμούς νοήματος στο περιθώριο της εξελικτικής αιχμής, η οποία πάση θυσία θα πρέπει να κεντρίζει με την έγερση της διηνεκούς αμφισβήτησης ή καχυποψίας απέναντι στα πάντα. Και ο ξέφρενος χορός των δεδομένων γίνεται τόσο πιο έντονος όσο αποδομείται και η έννοια της αυθαίρετης βούλησης –κατά κανόνα, το ρίζωμα του εκάστοτε δόγματος. Τότε είναι που το υποκείμενο μπαίνει στον πειρασμό να νοήσει την παρούσα ρευστή κι αμείλικτα αβέβαιη στροφή ως την πιο τραγική Συντέλεια· το ναυάγιο της λέξης, ως μια κατάσταση δίχως να έχει σημασία το οποιοδήποτε αυθαίρετο υποκειμενικό ενέργημα για απόδοση ενός φερέγγυου προσδιορισμού. Κι έτσι, είτε συλλογικά είτε ατομικά, αργά ή γρήγορα, το βίωμα αυτό μεταφράζει το σάστισμα της βούλησης σε θεμελιώδη ακινησία της για μια επιτέλους σταθερή δημιουργία ξανά από την αρχή -αυτή είναι μια απελπισμένη ανάσα ζωής κι έρχεται με τους κανόνες της παράνοιας. Σε αυτή τη συγκυρία, λοιπόν, καλείται κανείς να ασκήσει τη νηνεμία της σιγής ως ευεπίφορη συνέπεια της τρικυμίας των αποσταθεροποιημένων δεδομένων. Είναι τότε που ο αυθαίρετος συλλογισμός ποτίζεται με ιχώρ. Όλο αυτό τελικά συμβαίνει για να εγείρω τη βούλησή μου, να αδράξω τα δεδομένα και να τα σφυρηλατήσω σύμφωνα με το δικό μου αμετάκλητο αυθαίρετο ενέργημα.
Έτσι είναι που αναθαρρεύει το υποκείμενο μπροστά στη φουρτούνα των καιρών –ιδρύει εκ νέου το πεπρωμένο, ως πλέον ένα παλίμψηστο διάκοσμο πολυμιγών δυνατοτήτων, μια ετερόκλητη διασπορά έναντι της οποίας η γλώσσα ανακαλύπτει μια ύστατη πρόκληση ώστε να ανταπεξέλθει μεταλλασσόμενη στον τρόπο που αποδίδει τα νοήματα. Έστω κι αν πλέον το ενέργημα επαναθεμελίωσης είναι καταφανώς διάφανο για τη σχετικότητά του και την έλλειψη αντικειμενικής απολυτότητας, παραμένει ένα ενέργημα μιας αισθητικής χειρονομίας που αποτείνεται στο φαντασιακό οξύμωρο του Είναι. Έστω κι ας είναι η πλέον κωμική, σημασία έχει να διαρρηχθεί το φάσμα της παλινωδίας, να ορισθεί δεσποτικά η παλέτα της ίριδας από ένα καρφωμένο στο έδαφος στιλέτο, ως ο νέος γνώμονας που αντανακλά ολογραφικά κάθε όψη και χροιά, κάθε απόχρωση και προσανατολισμό –μια σανίδα ιλαρής σωτηρίας από τον ορυμαγδό των παραστάσεων που δεν επιδέχονται συνοχής. Αυτή είναι η ακινησία της βούλησης στον αυτοαναφορικό στόχο, την κενότητα του αντικειμένου· έτσι προκύπτει η φαντασιακή αυθαιρεσία που εκ νέου θεσμίζει.
Με αυτόν τον τρόπο ανατέλλει το αστραφτερό φως του Αυγερινού από τη βαθιά απονενοημένη νύχτα, του οποίου η πρώτη ανάδυση εμφορείται κατά κανόνα από τούτο τοαυθαίρετο ενέργημα, το νέο δόγμα που σταθεροποιεί το τοπίο. Ποια η διαφορά τούτης της ευεπίφορης παραγωγικής ροπής από τον κοινό δογματισμό και όλο το αίμα που έχει χυθεί εξαιτίας του;
Στη μία περίπτωση η έννοια προκύπτει από τον πρώιμο, αφελή αποκλεισμό της κενότητας και της ρευστότητας κι άρα τούτη η έννοια είναι φύσει δογματική, με την αρνητική έννοια του ιδεολογήματος. Στην άλλη περίπτωση, η έννοια είναι απλώς η καταφατική κορωνίδα του αεικίνητου καλειδοσκοπικού μωσαϊκού –όχι απλώς λέξη, στην οποία υποκύπτει κανείς δουλοπρεπώς αλλά αυτοαναφορική εστία που διηνεκώς αυτοαναιρεί και που διαλογιστικά αναμορφώνει εγειρόμενα αναστήματα.
Οι μειλίχιες προσταγές του νέου δογματικού λόγου, οι διανθισμένες από τα ιριδίζοντα φτερά της ανοχής στην αλλοτρίωση και ως εκ τούτου οι εγγενώς αυτοσαρκαστικοί σπασμοί των πλουμιστών αποφάνσεων είναι που δύνανται να δαμάσουν αποτελεσματικά το γίγνεσθαι. Άλλωστε κάθε κυκλώνας αρμόζει να έχει κι έναν γαλήνιο οφθαλμό.