Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ




Σ’ έναν κόσμο που κατατρύχεται από τον πληθωρισμό πληροφοριακών απορριμμάτων και που καθιστά το χρέος της ιδεολογίας βαρύ στους ώμους των επίδοξων πρωταγωνιστών, θα παρασυρόμασταν εύκολα να θεωρήσουμε το τοπίο ως την αλγεινή φανέρωση μιας σύνολης χρεοκοπίας. Δεν υπάρχει άλλωστε ελαφρυντικό για να μας δώσει ελπίδα, αν ο τρόπος χρεολυσίας αποβλέπει στην εξέταση και την αναδιάταξη των πληροφοριακών δεδομένων. Όσο ψάχνουμε τον κρίσιμο παρανομαστή στις μετοχές του ιδεολογικού χρηματιστηρίου, δεν πρόκειται να εξαρθρώσουμε τη σπέκουλα που λυμαίνεται τα δικαιώματά μας και κανένα τέλος δεν πρόκειται να δοθεί στην κρίση αξιών των καιρών μας. Η προοπτική της ημέρας θα παραμένει ζοφερή για όσο θα ταλανιζόμαστε ανάμεσα στην πρόσθεση και την αφαίρεση των τιμών, αφού ούτε το πρόσημο ούτε το ψηφίο είναι αυτό που θα μας δώσει μια ανάσα ζωής στο ακανθώδες τοπίο όπου το συγκεκριμένο ον αποζητάει την επιβίωση από τις αρπαγές του αφηρημένου. Οι νύχτες θα έρχονται σαν το πολικό κύμα της μεγάλης χειμερίας νάρκης, διαβάλλοντας την όποια συνοχή στο διάβημα σωτηρίας, για όσο οι ψηφιακοί, ανυπόστατοι αριθμοί της Κεντρικής Τράπεζας θα ναρκώνουν τον κρόταφο της πιο απτής και άμεσης κερδοφορίας.
Μιλάμε για το Κεφάλαιο εκείνο που στη συσσώρευσή του μπορεί να προκαλέσει σχισμές στους ουρανούς και ντελίριο εγκέλαδου στα έγκατα της γήινης θεμελίωσής μας. Υπάρχει ένας τρόπος να πλουτίσουμε εν μια νυκτί και να συγκεντρώσουμε όλους τους απαραίτητους πόρους διαβίωσης και θριάμβου ώστε να στρέψουμε τις φωτογραφικές αστραπές του καινοφανούς στην επιτέλεση της σύγκορμης χειρονομίας που σημαίνει το τέλος των καιρών. Είναι στο ανάστημα του πιο άξιου επιχειρείν που θα διανοίξουμε τις οδούς και θα χτίσουμε τους οίκους της νέας πλουτοκρατίας· στο ύψος του εγειρόμενου σπονδύλου και της αγαστής κεφαλής που στεφανώνεται από το ιλαρό φως του συνειδέναι είναι που θα βρεις την σφοδρή αιχμή, από την οποία θα καταλυθούν οι ληστρικοί δεσμοί της εκμετάλλευσης και της νοθείας. Αν τον εαυτό σου βρίσκεις χαμένο στη χωματερή των μάταιων ιδεών, στην προσυπογραφή των οποίων η υποκειμενική συνεπαγωγή προσδιορίζει το μπανάλ και το κλισέ, πάψε να ψάχνεις για ακριβά κειμήλια σε μια θαυμαστή έννοια που θα κηλίδωνε τα λύματα ως το ανατρεπτικό σημείο των καιρών. Η ανατροπή δε θα επέλθει από μια ακόμη ιδεολογία· καμία απόφανση –ούτε καν η πιο ευκταία και ιδανική- δεν πρόκειται να μεταστρέψει τους δείκτες της απώλειας προς την αφθονία που ονειρεύεσαι να βρεις. Ο μόνος τρόπος να βιώσεις τη συμπυκνωμένη αίσθηση του αφρώδους πλούτου επί της οποίας η παραδαρμένη ραχοκοκαλιά της ένδειας επιτέλους θα αναπαυτεί, είναι να τα αποποιηθείς όλα, να μείνεις με το τίποτε, δίχως ταυτότητα, δίχως ιδεολογικό φρόνημα, άφραγκος από τα νομίσματα της πεποίθησης και τα ομόλογα της θρησκευτικής πίστης, να τολμήσεις να μείνεις γυμνός ως σκέτο αυτοαναφορικό ενέργημα, εστιάζοντας στην πιο δυνατή και πιο απτή απόλαυση, που δεν πρόκειται να απολεσθεί ακόμη κι όταν είσαι σπαραγμένος από τον αγώνα των αντικρουόμενων παραστάσεων· ακόμη και στη λαίλαπα της πιο βαθιάς κρίσης, ο φοίνιξ θα απλώσει τα πύρινα φτερά του και θα αναγεννηθεί, αφού τέτοια είναι η φύση της πιο θεμελιώδους ιδιότητάς σου…
Η συνείδηση αποτελεί την επανάληψη του πιο τερπνού σφυροκοπήματος. Αν εστιάσεις με λεπτή διάκριση στον μυστικό παλμό του γίγνεσθαι θα ανεύρεις την πιο στοιχειώδη δοσοληψία ανάμεσα στην υπόσταση και το κενό, το κενό και την υπόσταση. Μια ταλάντωση αποκρυστάλλωσης και αναίρεσης· ένα λίκνισμα αφηγήσεων και απομυθοποιήσεων· μια κυματομορφή αποχαύνωσης και αφύπνισης –αυτός είναι ο παλμός της συνείδησης, υπό τον οποίο χορεύουν όλες οι παραστάσεις του Ενιαυτού. Από το μικρομοριακό βάθος της πιο ασυνείδητης λεπτομέρειας μέχρι τα κοσμοϊστορικά εγχειρήματα του συλλογικού, παντού διακρίνεται η διακύμανση της ύφεσης και της ανόδου. Στη λήθη που επιτάσσει η ιδέα γκρεμίζονται τα οχυρά της παλιάς φρουράς και στη αλήθεια που υπερβαίνει την ιδέα χτίζονται τα νέα. Το αυτοαναφορικό ενέργημα, ως η επαναλαμβανόμενη αναδίπλωση στον πυρήνα της Αλήθειας, σφυροκοπάει την κάθε φορά ανελέητα τη συμπαγή και αδιάφανη παράσταση των ιδεοληπτικών ξόανων που στήνουν το μύθο της ανάγκης και της σπανιότητας. Δε θέλει ιδιαίτερη περισυλλογή, καμία αναμέτρηση με έννοιες και πολύπλοκες εξισώσεις· είναι τόσο απλό όσο το να περάσεις την κλωστή από το μάτι της βελόνας, το να παρατηρήσεις την επιτέλεση του ενεργήματος ακριβώς στην αιχμή της στιγμής που συμβαίνει. Αν είσαι συνεπής επενδυτής θα καταφέρεις να προσαυξήσεις τη δόνηση τούτης της αυτοαναφορικής ταλάντωσης, παραβλέποντας κάθε ιδέα ή ταυτοποιητική προσυπογραφή. Κι εφόσον το εισόδημα της ενέργειας ξεπεράσει τα επιτόκια του υπαρξιακού φορτίου που σου χρέωσε η εμμονή με τις ιδέες, θα είσαι μάρτυρας της πιο συναρπαστικής διατριβής: η συνειδητότητα σου χάρισε έναν κόσμο καινούργιο, παρθένο, που στην έκλαμψη της κάθε στιγμής καταφάσκει στην επιθυμία σου και σε πληρώνει κυματικούς δασμούς υπεραξίας –αρκεί η επιθυμία αυτή να είναι πάντα πιστή στην αφετηρία της μεταστροφής, όπου επαναθεμελιώθηκε ως η ροπή προς το τίποτε, ως η αυτάρκεια του Κενού…
Όλες οι δυνατότητες είναι μπροστά σου κι εσύ πλοηγείσαι με τη μαεστρία του κροίσου, μόνο που ο τρόπος εκπλήρωσης δεν περνάει από τη μετάφραση του χαρτονομίσματος σε δράση ή σε απόκτηση κάποιου αγαθού, αλλά από τη ρίψη της αντικειμενικής επένδυσης στον κλίβανο της υποκειμενικής αβύσσου, όπου αναφλέγεται το πυρ της ενθύμησης, νυν και αεί, εδώ και πάλι εδώ, παντού και πουθενά. Το άφθαρτο ενέργημα της αναδίπλωσης στον Εαυτό, ξανά και ξανά, ως η επανάληψη που διαρρηγνύει τα κουκούλια της ιδεοληπτικής ανάπλασης· σαν το ράμφος που επιτάσσει την εκκόλαψη ως το στίγμα της εκάστοτε στιγμής· αέναη φανέρωση εκ νέου από αρχέγονο εγχείρημα που γαζώνει με ταχύτητα ολοένα και πιο γοργή το πατρόν της Πλήρους Παρουσίας. Αυτή είναι η συνείδηση: πρωτογενής ιδιότητα της Φύσης και ασύλληπτη από κάθε επιμέρους συγκεκριμενοποίηση, είναι το ευεπίφορο κύμα του πλούτου που πληρώνει τα χρέη τα καρμικά, που πλειοδοτεί τις αξίες τις ευάρεστες, που ενισχύει την ευμάρεια της έκστασης και υποσκελίζει όλες τις πιθανές αυταπάτες που θα επισύρανε τον δαπανηρό μας χαμό, στο θέατρο σκιών της λέξης.
Δεν υπάρχει άλλο Κεφάλαιο από αυτό της Συνείδησης. Η επένδυση είναι ομολογουμένως ένα επιχείρημα ευπραγίας, που αναδύεται από την πιο βαθιά οντολογική βεβαιότητα. Η επένδυση στο νέο κόσμο που τώρα ανθοφορεί δεν έχει άλλο αντίκρισμα από την παράξενη ανάπαυση επί της πιο ραγδαίας ρήξης, εκείνης που με το μετρονόμο της αναπνοής διαρρηγνύει κάθε συνεκτική αφήγηση του Εγώ και που με ιλαρότητα ανατρέπει όλες εκείνες τις «μεγάλες ιδέες» του καχύποπτου νου. Ξανά και ξανά επενδύω στο σφυροκόπημα του επαναλαμβανόμενου αυτοαναφορικού σήματος, που η πυκνότητά και η ταχύτητά του ανά το χρόνο μας οδηγεί στην εκπομπή ενός ολοένα και πιο μικρομοριακού κεντήματος, που δονείται με τη συντριπτική σφοδρότητα του ηλεκτρονίου και της πυρηνικής ενέργειας, ως μια έκρηξη μεγάλη που γεννά τον κόσμο επιτέλους απέριττο, μα ωστόσο πλουμιστό, αλλά και ως μια εξάχνωση στην αιθρία του Είναι, όταν τα περιεχόμενα γεμίζουν με έπαρση και ξεχνούν τις καταβολές τους…
Είσαι πολύ τυχερός αν έχεις επικεντρώσει όλη σου τη λιβιδινική ενέργεια στο ύστατο οντολογικό επιχειρείν. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο να σε απασχολήσει. Είσαι καλυμμένος από κάθε πλευρά, μιας και η δόνησή σου ασκεί εγερτήριο παλμό και τα γεγονότα αποτείνονται στον επιχειρηματία της εκκένωσης. Όμως αυτός είναι τόσο χαρισματικός, όσο επιμένει να διακρίνει στα δεδομένα την οπή της δυναμικής τους εκκένωσης. Τα δισεκατομμύρια σημεία που εκ των βάθρων ακτινοβολούν την κατίσχυση της πληρότητάς του, αποτελούν την ευφραντική ωδή της βούλησής του, ως ενισχυτής της επικέντρωσης των άλλων, για μια αφύπνιση στην αφθονία που θωπεύεται από την ψυχρή δαχτυλήθρα του βούδα. Καταμέτρηση του Απείρου και ενατένιση στη ροή των εμβασμάτων που ως παθητικό εισόδημα επικυρώνουν την τερπνή απώλεια της κεφαλής –επειδή ακριβώς είναι ο κεφαλαιοκράτης της ύστατης απολαβής!
   
  

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΘΕΟΥΡΓΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Ο γνωστός άτλας της ανθρώπινης ιστορίας απαρτίζεται έως εδώ από τρεις ρηξιγενείς σχάσεις, με τις οποίες διαδοχικά εκκινούν τρία διαφορετικά ρεύματα συνειδητότητας. Στην κάθε φάση σταχυολογείται μια ποικιλία από γνωσιολογικές, επιτελεστικές, μεταφυσικές ή θρησκευτικές τάσεις, που επί της ουσίας απεικονίζουν τον τρόπο με τον οποίο η συνειδητότητα επεξεργάζεται την πληροφορία. Εν προκειμένω, προς χάριν μιας εύληπτης αντίληψης του πώς εξελίχθηκε το θρησκεύεσθαι, θα διαχωρίσουμε την επεξεργασία αυτή δια μέσω των τριών αυτών φάσεων.
Η πρώτη φάση χρονολογείται στην αρχαϊκή εποχή –προτού αρχίσει η εγγράμματη αφήγηση του δυτικού πολιτισμού στους κόλπους του Αιγαίου Πελάγου- και κατόπιν μιας θεουργικής επανάστασης που επήλθε δια της λήψης των ενθεογενών βοτάνων εδραιώνοντας έτσι μια συνειδητότητα που οριζόταν από την ακαταδάμαστη αισθητηριακή ρευστότητα, την αισθητική χειρονομία της τελετουργικής επανάληψης, την αυθόρμητη και αυτοσχέδια συμπαράταξη των ερεθισμάτων με κάποιον υπερβατικό κανόνα, που ουσιωδώς αναδυόταν εμμενώς στον αυθαίρετο συλλογισμό του υποκειμένου. Ως εκ τούτου, ο τρόπος επεξεργασίας της πληροφορίας εικάζεται πως ήταν αδιάφορος στις σημάνσεις που επισπεύδουν κάποια πάγια αποτύπωση της αλήθειας. Υπήρχε μια ρευστή αεικίνητη τροπή ανά τις ιδιότητες των δεδομένων κατά τρόπο που έθετε τη συνειδητότητα και το ενδεχομενικό στο εφαλτήριο του κανόνα. Φυσικά, απαράβατοι τελετουργικοί κανόνες υπήρχαν, εντούτοις, ο σχεδιασμός τους ήταν αδιαφιλονίκητος επειδή ακριβώς βασιζόταν στις φαινομενικές ενδείξεις του χρόνου δια μέσω του έναστρου ουρανού, της Σελήνης και του Ήλιου. Εκείνο που είχε πρωτεύουσα σημασία δεν ήταν ο ορισμός του Προφήτη ή έστω της Μεγάλης Ιέρειας· σημασία είχε η συντηρητική διασφάλιση των πηγαίων αρχών της ύπαρξης μέσω της καταφατικής τους αναπαράστασης στο βιόκοσμο κατά τρόπο λατρευτικό, δηλαδή αμιγώς αισθητικό και αποτεινόμενο στην αυτοτέλεια της ιεροπραξίας.
Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποια ακριβώς ιστορική φάση διαδραματίστηκε η ριζική μεταστροφή προς την δεύτερη θεουργική επανάσταση, αλλά όταν πια ο πολιτισμός ήταν επικεντρωμένος στην αστική αναπαραγωγή των εγγράμματων ιδεωδών, σκιαγραφήθηκε ένα αόριστο μεταίχμιο που έως την ρωμαϊκή στέψη του Ιησού Χριστού, στους πρώτους αιώνες της κοινής χρονολογίας, εκδηλώθηκε οριστικά και με μονιμότητα. Εάν η πρώτη θεουργική επανάσταση συνέβη μέσα από την οργιαστική έκσταση και την αχαλίνωτη ανάπτυξη του φαντασιακού, η δεύτερη θεουργική επανάσταση επήλθε ως το νηφάλιο σήμαντρο συγκεντρωτισμού όλων των φαντασιακών, λατρευτικών και μυθολογικών αναφορών του παρελθόντος στα επίκεντρα διάφορων δογματικών επιφάσεων περί του θεϊκού. Τα δόγματα αυτά εξήραν και το ανάλογο ανάστημα θεουργικής λιτανείας, αυστηρώς εντός μιας αρχής και ενός συγκεκριμένου μοτίβου που δρα επί της συνειδητότητας αποκλειστικά, αποβάλλοντας στα πέριξ κάθε ετερογενή προσβολή ως υβριστική. Ουσιαστικά μιλάμε για την ανάδυση του φαντασιακού μονοπωλίου στον τρόπο που δύναται να συλλάβει η ψυχή την ολοτροπική πορεία προς το άπειρον. Το «μονοπώλιο» αυτό στήθηκε από την ανάλογη συνειδητότητα, της οποίας εξελικτική φάση ήταν το να αρχίσει να ερείδεται στα στατικά κελεύσματα του συγκρουσιακού λόγου και όλες τις συνακόλουθες αράδες των ιδεολογικών φρονημάτων που συναθροίστηκαν στην έριδα ενός ιδεώδους της αλήθειας. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.
Όντως ήταν φαταλιστική η νυχτερινή πορεία της συνειδητότητας εν δια μέσω σφαγών και γενοκτονιών που στο βαθύτερό τους πυρήνα είχαν τη φοβία απέναντι στη δυνατότητα διαφορετικής θεουργικής επιτέλεσης. Δεν ήταν απλά ο αγώνας απέναντι στον αλλόθρησκο της λέξης, όσο ο αγώνας απέναντι στη συνειδητότητα που ανά πάσα στιγμή θα διαμήνυε την πλαστότητα της οιασδήποτε μεταφυσικής αφήγησης, εν γένει. Ο μισαλλόδοξος φόβος, που χαρακτηρίζει τα τεκταινόμενα που εδραίωσε η δεύτερη θεουργική επανάσταση, είναι δείγμα του πόσο έγκλειστη υπήρξε η υπερβατική ενατένιση εντός της επικράτειας κάποιας απαράβατης αρχής, που, παρότι καθαρά αποκύημα λόγου με ανθρώπινο συμφεροντολογικό άξονα, επικράτησε με την αίγλη του αυταπόδεικτου και του αυτοδίκαιου περισσότερο ακόμη κι από ένα αστρονομικό γεγονός ή μια εποχιακή εκδήλωση της Φύσης. Άλλωστε όλα τα φυσικά φαινόμενα υποσκελίστηκαν από την αύρα της δογματικής απόφανσης και εξ ου η θρησκευτική διαγωγή των πληθών έως την επεισοδιακή αυγή της τρίτης χιλιετηρίδας υπήρξε ασφυκτική εντός μιας αποστεωμένης σύλληψης του θεϊκού.
Δεν ήταν παρά το αποτύπωμα της συνειδητότητας που αναστοχαστικά έφτανε μέχρι την κρεμάλα της λέξης. Η θηλιά της κρεμάλας, όμως, σήμερα παραμένει κενή ως μια διαφορετική της ανάγνωση –δεν είναι η κατάληξη που επισημαίνει το θάνατο στην ελεύθερη βούληση αλλά το ενδιάμεσο λάσο που στο εξής μέλλει να της δώσει ξανά τις πλούσιες θεουργικές δυνατότητες που για τόσους αιώνες στερήθηκε.
Βρισκόμαστε λοιπόν πάλι σε ένα αόριστο μεταίχμιο, όπου οι μεταλλαξιακές δραστηριότητες ζυμώνονται σταδιακά και με μια ημιτελή ή μη-συνεκτική ακόμη τροπή ώστε να μπορούμε να συλλάβουμε επαρκώς τα χαρακτηριστικά της νέας εποχής που καθιερώνεται. Το μόνο σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε στο ξέσπασμα μιας νέας θεουργικής επανάστασης, της τρίτης, η οποία έρχεται ως συνέπεια της αναδυόμενης πρισματικής συνειδητότητας. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της συνείδησης; Λόγω όλων των τεχνογνωσιακών εφαρμογών και της φρενιτιώδους εξέλιξης των μέσων, όπως είναι το Διαδίκτυο, η συνειδητότητα έχει αντιπαρέλθει την λογοκρατία, την εμμονή δηλαδή με το φετίχ της λέξης, του ορισμού, της επωνυμίας ή της ταυτότητας των πραγμάτων και των προσώπων. Εκείνο που συμβαίνει αντ’ αυτού είναι μια θαρρείς αισθητηριακή απόλαυση των πληροφοριακών δεδομένων, δίχως να επιβάλλονται τα στατικά σημεία αναφοράς που εκφέρουν αυτά –δεν είναι πλέον η στατική σήμανση της πληροφορίας που μας ενδιαφέρει· εκείνο που μας συνεπαίρνει είναι η διάχυση που προκαλεί η ταχύτητα των δεδομένων, το μετείκασμα των μορφών που αναπλάθεται στην αργαλειό του φαντασιακού, αναπαράγοντας οπτασίες που αποτυπώνουν εκείνο που ο ενταλματικός λόγος του εξωκοσμικού Θεού αποβάλλει ως «αιρετικά μιάσματα». Ούτε λόγος να γίνεται για αίρεση, εντούτοις, εντός ενός πεδίου που, στον αναδιπλασιασμό των αποκαλύψεων και των απομυθοποιήσεων, έχει καθαιρέσει ολοσχερώς την επιστημονική σαφήνεια του θρησκευτικού πρότυπου. Μπορεί η τεράστια πλειονότητα των πληθών να βολοδέρνει ακόμη πίσω από εντελώς παρωχημένα θρησκευτικά στεγανά, που στον πληροφοριακό όλεθρο που τα αλέθει όλα, δεν έχουν όμως καμία ελπίδα σωτηρίας για το μέλλον που έρχεται.
Η τρίτη θεουργική επανάσταση έρχεται σήμερα για να καθιερώσει την φαντασιακή αυθαιρεσία στον τρόπο που συλλαμβάνουμε την ολοτροπική φανέρωση του θεϊκού και τη σύνολη βέλτιστη δυναμική που συνεπάγεται μια τέτοια υπαρξιακή ώση. Όπως ακριβώς οι ιδεολογίες έχουν θρυμματιστεί στο χωνευτήρι των αναθεωρήσεων και έχουν αφήσει το υποκείμενο ελεύθερο να εκφέρει νέες τυπολογίες αξιών, στην θρησκευτική συνείδηση συμβαίνει το ίδιο πράγμα: καταλύεται κάθε δογματική παγίωση στον τρόπο που εκπτύσσεται η πνευματική ανάταση, αφήνοντας το ελεύθερο όχι μόνο στις νέες υβριδικές/αιρετικές προσμίξεις θεουργικών επιτελέσεων αλλά και για την ανάδυση παντελώς ριζοσπαστικών εφαρμογών. Στην εποχή που οι προφάσεις του λόγου γίνονται έκθετες για το ιδιοτελή τους χαρακτήρα, είναι φυσικό να καταδύεται ένας ολόκληρος πολιτισμός καθιερωμένων αρχών που δήθεν θεσμοθετήθηκαν εξ αποκαλύψεως. Καθώς γνωρίζουμε πλέον τον σχεσιακό χαρακτήρα της αναπαραγωγής των ιδεών και των υποστάσεων, δεν μπορεί να υπάρξει το οποιοδήποτε πρότυπο θεουργικής λατρείας, διότι τώρα αναγνωρίζουμε ότι η λατρεία δεν αποτείνεται σε κάποια ηγεμονική απόληξη αλλά στον απροσδιόριστο οντολογικό πυθμένα του απείρου· επιπλέον, ότι ο δρόμος προς τα εκεί στραφταλίζει με τις πολυειδείς αντανακλάσεις της πρισματικής συνειδητότητας –η παγγνωσία έχει πλέον ως ορισμό της τον κανόνα της παιγνιώδους αναίρεσης…
Αυτό είναι το τοπίο που διαμορφώνεται στον 21ο αιώνα και εντεύθεν: κατακερματισμός των θρησκευτικών άρκτων σε ένα σμήνος αιρετικών ομαδοποιήσεων που επανανακαλύπτουν τις φαντασιακές αρχές της θεουργίας μέσα από την αυτοσχέδια πνευματική ανάπτυξη του υποκειμένου, ριζικώς. Μολονότι, αυτό το τοπίο αφορά μόνο τα πιο εκσυγχρονισμένα κέντρα του πλανήτη, είναι ευνόητο ότι στα επόμενα χρόνια θα πλήξει και τα πιο παραδοσιακά φρούρια, όπως είναι αυτά της εγγύτερης Ανατολής, που συντηρούν ακόμη την επανάσταση μιας όψιμης εποχής, που έχει για τα καλά πια πολυκαιρίσει.
Για να καταλάβει κανείς το τι ακριβώς συμβαίνει, θα κάνουμε μια συγκεκριμένη αναφορά στην βραζιλιάνικη δοξασία Santo Daime, της οποίας καταβολές βρίσκουμε στον Ρωμαιοκαθολικισμό, με μια πρωτοφανής «στρέβλωση» στην συντήρησή του. Το θεουργικό ρεύμα που καλλιεργείται στους κόλπους αυτής της λατρείας έχει ως πρώτιστη αρχή τη λήψη μιας ουσίας, που συναντάμε συχνά στις αρχαϊκές λατρείες της πρώτης θεουργικής επανάστασης: τη διμεθυλοτρυπταμίνη (DMT). Η λατρεία έχει λοιπόν ως πρώτιστο γνώμονα το σπλαχνικό βίωμα της έκστασης, το οποίο «ενδύεται» με τις ιουδαιοχριστιανικές παραστάσεις που εδραίωσε η παρωχημένη δεύτερη θεουργική επανάσταση. Ενώ εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι η αίρεση αυτή έχει έναν καθαρά αναχρονιστικό χαρακτήρα, προς το ρωμαιοκαθολικό παρελθόν, το βίωμα που αποκομίζει κανείς μέσα από τον μυσταγωγικό κύκλο είναι κάθε άλλο παρά χριστιανικό, έτσι όπως έχει καθιερώσει την έννοια η γραμματεία των περασμένων αιώνων. Μπορεί να ξεκινάει με την πρόφαση του χριστιανικού, όμως γρήγορα το ίδιο το εκστατικό βίωμα αποκαλύπτει ότι αν όντως είναι «χριστιανικό» θα πρέπει να είναι έτσι επειδή αναδύεται μια άγνωστη πρωτογενής του μορφή, που δεν έχει καμία σχέση με τις υστερόχρονες βαρβαρότητες του κυρίαρχου εκκλησιαστικού δόγματος. Ή, διαφορετικά, το εκστατικό βίωμα γδύνει κάθε τέτοια χριστιανική πρόφαση, που στην ουσία αποκρύπτει τη συγκρητική μίξη παράταιρων θεουργικών τυπολογιών, όπως της αφρικανικής Σαντέρια και του ινδιάνικου Σαμανισμού, με εξωφρενικό πυρήνα τον Ιησού Χριστό, καθαιρώντας έτσι κάθε έννοια του «χριστιανικού»…
Είναι ενδιαφέρον να δούμε ποιος είναι αυτός ο συγκεκριμένος Ιησούς Χριστός της Santo Daime, διότι απεικονίζει ακριβώς σε ποιο βαθμό έχει μεταλλαχθεί η συνειδητότητά μας και άρα η οποιαδήποτε θεολογική ή θεουργική επιτέλεση αυτής. Έχουμε συνηθίσει για πολλούς αιώνες τώρα να απεικονίζουμε τον Σωτήρα ως έναν συγκεκριμένο ήρωα, μιας συγκεκριμένης γεωγραφίας, εξανιστάμενος σε μια συγκεκριμένη πατριαρχική παράδοση. Αυτός ο συγκεκριμένος Σωτήρας, δήθεν ένα ιστορικό πρόσωπο που συνυπάρχει στην ίδια γραμμή αφήγησης με τον Winston Churchill και τον Ανδρέα Παπανδρέου, παρότι είναι ο ολοτροπικός δείκτης της κάθε ψυχής, διαφυλάσσεται ως σήμερα σαν η απόλυτη ιστορική αρχή, το πρόσωπο εκείνο που με την αυθαιρεσία του επισήμανε την ιστορική μάζωξη προς την Σωτηρία –δεν έκανε άλλο όμως από το να γίνει το σήμα-κατατεθέν της δεύτερης θεουργικής επανάστασης και της εδραιωμένης της επικράτειας που τώρα πια καταδύεται. 
Σήμερα βλέπουμε με ενδιαφέρον αυτό το ρεύμα εμπειρικής χριστολογίας στους κόλπους της Santo Daime. Η εξύμνηση του Σωτήρα, όμως, πάνω στην παράφορη εναντιοδρομία της έκστασης και τη γκροτέσκα ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι τελετουργικοί εμετοί συμβαίνει να τον εκθέτει με έναν τρόπο που δεν επιβοηθεί ιδιαιτέρως το έργο συντήρησης του Χριστιανισμού. Κατά τη διάρκεια της θείας επιφοίτησης που αναντιρρήτως συμβαίνει εκείνες τις μυστήριες ώρες της τελετής με το “Daime” (το τρυπταμινουχο αφέψημα), ως εκ φυσικού εκδηλώνεται το πρισματικό ασυνείδητο και οι συνακόλουθες πολύπλευρες ερμηνείες των πραγμάτων. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αντίφαση από το μονολογικό δογματικό σύμβολο ενός περασμένου Αιώνα, με αυτό που συμβαίνει στην ίδια την συνείδηση, αυταπόδεικτα εκείνη τη στιγμή! Αν κάτι αξιομνημόνευτο συμβαίνει σε εκείνη τη οξυκόρυφη φάση της έκστασης είναι το πώς κατακρημνίζεται το Εγώ του καθενός σε άμεση συστοίχιση με το ίδιο το θέατρο σκιών που επέβαλλε την απόλυτη κατίσχυση ενός συγκεκριμένου Εβραίου Σωτήρα. Μαζί με τις ψευδαισθήσεις του υποκειμένου, διασύρεται και η δογματική συνείδηση της χριστολογίας, που αρέσκεται να εξεικονίζει το θεϊκό αποκλειστικά και μόνο δια μιας φαντασιακής επιτέλεσης…
Εν κατακλείδι, ένα πράγμα συμβαίνει μακροπρόθεσμα μέσα από τις τελετές της Santo Daime, οι οποίες πλέον έχουν απλωθεί σε όλη την υφήλιο. Εκτός από την συντήρηση κάποιων ιουδαιοχριστιανικών γνωρισμάτων, διατελείται η υβριδική τους πρόσμιξη με ετερογενείς παραδόσεις, πλούσιου παγανιστικού κλήρου, που συναντάει τώρα ανά τον κόσμο και εξαιτίας των οποίων αναμένεται να καθαιρεθεί το ίδιο το επίκεντρο της χριστιανικής αφήγησης: ο Σωτήρας ως ιστορικό πρόσωπο και η «καθαρόαιμη» λατρεία Του. Δεν υπάρχει ίχνος «καθαρού αίματος» στη λατρεία αυτή, αν αναλογιστούμε τις φυγόκεντρες γητεύσεις που κάνει το φαντασιακό ασυνείδητο, κατά τη διάρκεια της εμπειρίας, προς αρχαίες θεότητες και στοιχειακές οντότητες της Μητέρας Φύσης. Αν κάποιος πρέπει οπωσδήποτε να διασωθεί μέσα από αυτόν τον τερπνό χαλασμό της έκστασης, αυτός είναι ο αρχέτυπος πατρόνας της, στον οποίο άλλωστε βασίζεται στρεβλωτικά η χριστιανική εικονοποιία: Είναι ο Ζαγρεύς, ο Διόνυσος, ο Πανθηρολάτρης, ο Ταυρομέτωπος…
Βλέπουμε λοιπόν στην εκδήλωση του θεουργικό ρεύματος της Santo Daime ό,τι πιο περιεκτικό της σύγχρονης θεουργικής επανάστασης. Ο Ιησούς Χριστός εν ριπή ιριδίζοντος οφθαλμού απεκδύεται την ιστορική του αναγκαιότητα και τα αυτοκρατορικά του φρονήματα που με κέλευσμα ολοκληρωτισμού αντιμάχονται το μωσαϊκό των αυθόρμητων παγανιστικών λιτανειών και ευθύς αμέσως γίνεται ο θεός ο τρομερός, της έκστασης ο διθύραμβος, ο Διγενής, ο Άγριος, ο Αμπελουργός. Και ξαφνικά οι θαμώνες συνέρχονται μπροστά στο αυταπόδεικτο τεκμήριο: το «Daime» δεν είναι παρά το αίμα εκείνου του θεού· το Banisteriopsis Caapi του Αμαζονίου, δεν είναι παρά η αγαστή άμπελος· η τελετή πόσης δεν είναι παρά ο σπαραγμός του Εγώ από τους Τιτάνες του ασυνειδήτου και η δεύτερη γέννηση στο πεδίο της απόλυτης εκείνης φαντασιακής ελευθερίας που αντίκειται κάθε δογματική υπαγωγή.
Εάν ο Διόνυσος κάποτε έφερε την εκσυγχρονιστική λατρεία από την Ανατολή, φερόμενος την άμπελο από τις εκτάσεις της ινδικής χερσονήσου, σήμερα ο ίδιος ο Διόνυσος έρχεται από δυσμάς, φερόμενος την άμπελο της νέας χιλιετηρίδας με την οποία θα θεσμίσει τα τεκταινόμενα της πρισματικής πανθρησκείας.

Κάπως έτσι ίσως θα γίνει στο μέλλον αντικείμενο αφήγησης ένα από τα πιο εμβληματικά περιστατικά που εξεικονίζουν το σήμαντρο της τρίτης θεουργικής επανάστασης…  
              

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΙΔΩΜΕΝ





Το πρόσωπο αυτό πρέπει να το αναγνωρίσεις, να στραφείς σε αυτό και να υποκλιθείς στη συμβολική επιτομή εκείνου που σπαρακτικά υπενθυμίζει: τη μοίρα μιας ολόκληρης γενιάς στο πέρας της Οικουμένης. Φυγάδες, πρόσφυγες, άνθρωποι της διηνεκούς μετάβασης σε μια γη ρευστή, αφιλόξενη για ρίζες∙ καιρός μονίμως αποδημητικός, που ευνοεί τις αλαφιασμένες φτερούγες. Δεν υπάρχει φωλιά θαλερή για να ακμάσεις στη γωνία μιας σταθερής ιδέας, ούτε ενδιαίτημα αποκλειστικό που θα εξασφαλίσει την επιβίωση της σημαίας∙ το μόνο που βλέπει κανείς είναι σημάνσεις με δηλητηριώδη βέλη, που μετακινούν πληθυσμούς από ιδέα σε ιδέα, από σύμβολο σε σύμβολο. Πουθενά δεν υπάρχει θαλπωρή, η μονιμότητα η ηχώ μιας μαχαιριάς στα σπλάχνα, διαβρωμένη έννοια που εμπαίζει την πελαγοδρόμηση από ύφαλο σε ύφαλο, από αγυρτεία σε αγυρτεία. Διότι οι ροές έχουν αφηνιάσει∙ επειδή όλες οι θέσεις είναι χρονοβόρες, παγίδες ενεργοβόρες –ποιος είναι πρόθυμος για μια τέτοια μάταιη ταλαιπωρία στην αμετάκλητη περιστροφή της αναίρεσης, της αυταπάτης; Οι θέσεις έχουν βομβαρδιστεί, κάποια αδίστακτη θύελλα συγκρούεται με τους προαιώνιους ναούς των ομφάλιων λώρων. Οι καμπάνες έπαψαν, άλλωστε, να χτυπούν∙ ακόμη και τώρα σιγή, μόνο ο δαρμός της μοιραίας ορμής του χρόνου, που με το χείμαρρο των αιώνων πέφτει βαρύς στις πλάτες μας, αυτό είναι το προσφυγικό μας φορτίο. Η συγκομιδή δεν μπορεί πλέον να είναι εφικτή, πρέπει να τρέξουμε αδελφέ∙ νομάδες, ναυαγοί στο βούρκο της νύχτας, μετά από χειραψία με το πρόστυχο χέρι του καιροσκόπου, χάνουμε ό,τι πιο οικείο στην άβυσσο του διάκενου πελάγους. Τρέχουμε να σωθούμε από την πτώση του αδιαφιλονίκητου Ιδίου και τον στυγερό εφιάλτη, όλα αυτά τα παγερά συντρίμμια, εκεί που άλλοτε βιώναμε τη θαλπωρή του σαφώς νοητού, εκεί που άλλοτε στηρίζαμε τον κορμό της ταυτότητας ως το απρόσβλητο δικαωματικό δένδρο της ζωής –τώρα πια δεν έχουμε καρπούς, η έγνοια μας είναι στη μετάβαση, στο πως θα διασωθούμε από το καχύποπτο βλέμμα εκείνου που από τις αυθαίρετες ενέδρες του Νόμου μας ορίζει ως εισβολέα. Πατρίδα μας το «transit». Όλη η ενέργειά μας καταναλώνεται στην πειθολογία του πώς θα περάσει η σπλαχνική ορμή της δικαιωματικής φυγής από τα συρματοπλέγματα της εθελοτυφλούσας ξενοφοβίας. Στεκόμαστε αποκαρδιωμένοι μπρος στη φραγή των ροών και στα σύνορα κατασκηνώνουμε ως διαμαρτυρία, γινόμαστε οι οριακές περιπτώσεις, οι αδέσποτες σφαίρες που φέρνουν το έμφραγμα στην ταξινομία των εννοιών, παρίες της καταδυόμενης ιδιοκτησίας.
Αφήστε μας να ξεχυθούμε, θηρευτές του ορίζοντα είμαστε, την ετεροτοπία αναζητούμε, τον τόπο μιας χώρας εν κινήσει όπου όλα περιδινούνται διαρκώς προτού προλάβεις να τα ταυτοποιήσεις, μια χώρα που θα μας καταδεχτεί ως τους νέους πατριώτες, ως το νέο ορισμό του πρότυπου, οι άπειρες μαρκίζες του προσώπου. Άνθρωποι που οδοιπορούν έξωθεν των διαταγμάτων, που καταπατούν τους βουκολικούς αγρούς και δεν καταλαβαίνουν τη σημασία της διαφοράς, επειδή οι ίδιοι αποτελούν το ρήγμα της ετερότητας, το διάκενο που εγείρει την αμφιθυμία. Η ροή είναι ροή, είναι το φυσικό εκχύλισμα της λαθραίας λαβωματιάς που μας εξώθησε στη διάνοιξη των δρόμων∙ δεν μπορείς ν’ αρνηθείς το αίμα να αντικρύσεις, δεν μπορείς το τραύμα να παραγνωρίσεις. Ό,τι τρέχει, τρέχει για καλό, είναι ό,τι πιο φυσικό –μην πας την αιμορραγία να σταματήσεις με συρμάτινα ράμματα και νέους δριμύτερους τοίχους. Άφησε τον κόσμο να κοχλάσει, την πολυμιγή ετερότητα να μαγειρέψει.
Η ενόρμηση για συνεχή φυγή είναι αμετάκλητη δίψα, είναι ο ειρμός της δικαιοσύνης∙ κι όμως, μελανιασμένα πλήθη αποτελούμε, εκκρεμούμε απελπισμένοι καθώς τα σύνορα δεν ανοίγουν, καθώς τα ιδεολογικά τείχη χτίζονται πάλι από την αρχή ως έρμαια απόβλητα του παρελθόντος. Όμως η αριθμητική μας απειλή ξεχειλίζει καθώς το «ίδωμεν» γίνεται ο όρος της αλήθειας, καθώς οι δυνητικές τάσεις και η πληθώρα των πιθανοτήτων καταποντίζουν τις νήσους των πάγιων μορφών, σαν κοραλλιογενείς ύφαλοι που στην καταβύθισή τους αφήνουν το μετείκασμα του οριστικά αφανισμένου τόπου εν γένει.
Δεν ξέρω ποιος είμαι, δεν ξέρω τι κάνω, σε ποιον θεό πιστεύω και ποια αξία εξωθεί το βήμα μου. Μόνο να φύγω νιώθω, να σωθώ από την αλληλουχία του εγκέλαδου που γκρεμίζει τα μνημεία της ψευδαίσθησης, της ερμηνείας που επιστέγαζε φρονήματα της ύπνωσης και του υποβαλλόμενου εφιάλτη, να σωθώ από την ανυπαρξία του εκάστοτε τόπου! Καλύτερα να διασύρω τον εφιάλτη με την ουρά της σκόνης, με οδοιπορικό φυγής δίχως προορισμό και με σταθμούς που επισημαίνουν τη ματαιότητά της. Καλύτερα ο εφιάλτης να γίνει μετείκασμα υπαινισσόμενης ελπίδας από την πεισμονή της φυγής, έστω και ως παράκαμψη του πνεύματος, ως απλή εικασία που με απεργία πείνας επιμένει –κι ας μας καταπιεί το πέλαγος∙ κι ας μας τσούξουν την καρδιά οι φύλακες των νοητών συνόρων. Ας είναι να πεθάνω σπαταλημένος στα χαρακώματα της ετεροφοβίας, ως «γύφτος», ως «παρίας», ως «καρικατούρα» του άλλου τόπου. Θα είναι καλύτερα από το να αφεθώ να με καταπιεί η βαριά ενοχή για το ό,τι μείναμε υπήκοοι του θανάτου, στον απολιθωμένο τόπο της δρέψης του Χάρου, εκεί στα μνήματα ενός αφελούς αξιακού παρελθόντος.
Επιμένουμε στην κρούση μας με εμμονή που στιγματίζει τις πολιτικές, θρησκευτικές και ιδεολογικές ρυτίδες του Τόπου. Παραμένουμε εκεί, στα σύνορα, σα ζητιάνοι απολαβής έστω του δικαιώματος για μια ατέρμονη ανίχνευση, μέχρις ότου καταποντιστεί του ιδεοκρατικού τόπου η τυραννία…

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Η ΑΡΚΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ


Ύμνος στην Παλλάδα Αθηνά
Μεγαλόχαρη Παρθένα, μητέρα των φρονίμων και των συνετών ανθρώπων· εσύ που με την γοργόνεια αιγίδα σου αντιβολείς το φως της διάκρισης, στο οκνηρό βλέμμα των υπνώττων –μια χαρακιά του κεραυνού, της Ειμαρμένης θραύσμα, όταν το φως το νοητό στέψει τον εγκάθετο γνώμονα της παρουσίας, δίχως ν’ αφήνει σκιά, ακριβώς στο μεσημέρι του θερινού ηλιοστασίου, τότε που η κρίση ορθώνεται ακέραιη και επιδέξια, δίχως νεφέλες, δίχως σκιώδεις περιπέτειες στις ύπουλες διαδρομές των τρωκτικών, στον χείμαρρο των λυμάτων που απειλούν να καταπνίξουν ακόμη και αυτή την ταπεινή θηριωδία, το τελευταίο απελπισμένο ψήγμα νηφάλιου φρονήματος, που κινδυνεύει να κατατροπωθεί οριστικά στον οχετό της βιοποριστικής λήθης.
Κρατήσου από την έκλαμψη, είν’ η χείρα βοηθείας στις χειραφετημένες αρπαγές που δεν έλαβαν ποτέ τη χειραψία, σε μια αναπνοή αχαλίνωτη από άρματα και φορτία των α-λόγων, δίχως ταξίδι να μιας κοπιάζει πλέον, μόνο το ατέρμονο φτερούγισμα του χελιδονιού που αποδημεί από τις στάχτες του ψύχους μονίμως επί της τρέχουσας γραμμής της Ισημερίας που γέρνει προς εκείνη τη διαπεραστική αιθρία, στο ζενίθ των ζητουμένων.
Ο σώζον εαυτόν σωθήτω. Το νούφαρο ανθίζει ως χορωδία του ακμάζοντας ειδώλου, η προβαλλόμενη διαγραφή του εαυτού επί του κατόπτρου, η ίδια η απόπειρα να ξεγλιστρήσεις από τις αρπαγές του προσδιορισμού σου: εαυτός φίλιος και συνάμα φρικώδης, η ηλεκτρισμένη πάλη να αναδυθείς με το ζυμωμένο μπράτσο του ναυαγού στην επιφάνεια του αλαλαγμού. Αγεόστρατη θεά, γλαυκομάτα που λαχταρίζεις και ντροπιάζεις με την όψη σου τον έρμαιο όχλο των ανοσιουργημάτων. Ένα απελπισμένο χέρι σε καλεί. Σεμνά αποκρίνεσαι ωσάν στρατιωτική διαταγή. Εμπρός στις επάλξεις, σβήστε τις λαίλαπες τις χιμαιρικές, δροσίστε τον κρανίο τόπου με τον αχνό των προγονικών στοιχειών, την αναδυόμενη λεγεώνα στα στήθη και στον κρόταφο, το ζωηρό μεταφυσικό κέλευσμα της Δικαιοσύνης.
Ξεσπάνε οι καμπάνες, εμπρός αναστηλώστε τις κολώνες των ναών, για μια συγκίνηση τρομερή, για το κλέος του αδαμάντινου δακρύου. Επιτέλους τη Στιγμή την πρότυπη όλων· η ιαχή η ύστατη της Δικαιοσύνης καθώς παρίσταται ως ύφαλος της υπαρξιακής κυματοθηρίας, ο αστερισμός του ύπατου τάγματος όλων των ενάρετων ανθρώπων· ένας παιάνας νίκης της νοητής γεωμετρίας –η τέλεια αρμονία που εμψυχώνεται από το αναπάντεχο ξέσπασμα της ρήξης. Ως ξέσπασμα αγριεμένο, της απαίσιας Γοργόνας η αποκεφαλιστική εκτέλεση –η πλημμυρίδα όλων των πιθανών χρόνων δείχνει προς μια κατεύθυνση· εφόσον λείπει η κεφαλή, το μόνο που μένει η άρκτος του Δικαίου.
Ω θεά Βούλαια, δείξε μας τη ματαιότητα στην οποία ενσκήπτουμε, ‘στράψε τους φυόμενους βολβούς της ενόρασής μας, ντύσε την τύφλα μας με τα ευγενικά σου αειθαλή άνθη, τους ελαιώδεις καρπούς της πιο ουσιώδους θρέψης. Θρέψε μας, Αφαία συ θεά, δώσε στο ανάστημά μας λόγο άρτιο για να υπάρχει. Η κάθε μας πνοή μια ελεύθερη βουλή, η επιμονή της στόχευσης στο Αγαθό της περιβολής, εκείνο το ακέραιο στολίδι, των μορφών το επίκεντρο, των δομικών μετασχηματισμών αιχμή. Ω εσύ Αξιόποινη, μαθαίνω να υπάρχω, αυτή είναι η ωδή της ζωής. Είσαι απόκοσμη ριπή στα σπλάχνα, μολοντούτο ορμέμφυτη, δείκτης της υγείας, ανάταση του Όφεος στη νικηφόρα λόγχη σου· η παραφορά των δηλητηρίων, λάφυρο της γοργόνειας κεφαλής, στην αιγίδα εκείνου του ορθού, εκείνου του ακέραιου που απλώς υπάρχοντας φαρμακεύει…
Ω Πολύβουλη, μόνο εσύ ξέρεις, το πόσο λάμπει η όψη της φανέρωσης, που διαπερνά το είδωλο του αυτοαντανακλώμενου ενεργήματος. Ο ακέφαλος κεντρικός ήρως που δεν έχει πρόσωπο για να προτάξει, που αρμενίζει αδιάφορος προς τον ομφαλό της αναίρεσης, το υπερσημείο όλων των μυθευμάτων· επιτομή του αντινομικού ψεύδους όλων των επιμέρους στοχασμών καθώς αυτός μαθαίνει να αναδύεται και να μην πνίγεται στους θαλασσοδαρμούς των βασάνων στη βαθιά τάφρο της άγνοιας.
Εμπρός, πειρατές της Ειμαρμένης, υψώστε σημαία στο κατάρτι του γνώμονα και χαιρετήστε το γεγονικό ορίζοντα που ανατέλλει στην επικέντρωση του αυτοαναιρετικού Σημείου. Μια στάλα οξέος που τα διαβρώνει όλα, διύλιση της νηφαλιότητας που διανοίγει την παντοτινή αιθρία. Τα απανθίσματα της πρώιμης εαρινής αφέλειας καθώς αφανίζεται στο θερινό λιοπύρι της αναστοχαστικής αναστροφής: Τώρα το ξέρω, τώρα πια γνωρίζω, δεν υπάρχει κεφάλι από έχιδνες εστεμμένο, δεν υπάρχει άλλη της ηλιθιότητας δραματουργία που να υποκύπτει στα χαρακώματα του εφιάλτη, παρά μόνον το ακέφαλο όρος, των αετών το στέκι, της ευφραντικής απώλειας οι δαιμονικές αποπνοές, που στους πιο ανυπόληπτους ανακινεί τα πάθη.
Περικλεές το κοίταγμα, το εξευγενιστικό σου ρίγος που με ζώνει. Συγκίνηση που αναπτερώνει τους προκείμενους νεκρούς, νυχτερίδες του αχερόντειου δειλινού, τα βιώματα που χειμάξανε στο βάρος του καταιγισμού, της Νύχτας οι πλάνητες –όλα στο έλεος του Δείκτη, στο ζενίθ τ’ ουρανού, το κενό στέμμα της περιφερειακής αργαλειού· η επίκεντρη απόληξη, το επιμύθιο που αποκαθιστά τις δυσαναλογίες, το κέλευσμα που επισημαίνει την άρκτο του Δικαίου.
Μην το ψάχνεις, δεν υπάρχει διαφυγή, ούτε θα ‘πρεπε να φοβάσαι τον κατατρεγμό από την τροχιά του ηλιακού άρματος. Είτε ζητιάνος φτάσεις εκεί, είτε βασιλιάς, ίδιο παραμένει το δέος της αποκατάστασης. Είναι ο μεγάλος κρότος της Δημιουργίας που επονειδίζει την έκπτωση της πρωταρχικής ευλάβειας καθώς αυτή κατακερματίζεται στο βιτρώ των ιδιοτελών αφηγημάτων. Τώρα δεν υπάρχω πια, τώρα το μυοκάρδι μου φλογίζεται από παράφορη υπερβατική νοημοσύνη. Τέτοιο είναι κοίταγμα της Καλίεργης θεάς που αναχαιτίζει τους παγερούς χειμώνες. Τώρα, Παλλάδα μου, κλονίζομαι από τη μανία την ανομολόγητη, το κρύφιο πάθος της αυτοαναφορικής διαύγειας που με γδύνει από παραστάσεις και επιφάσεις. Για μια ύστατη φορά, το απαλό βάρος που με λυγίζει και με γκρεμίζει· με τον ίδιο αμετάκλητο ειρμό που εκδιπλώνεται η θεάρεστη Παρουσία, αυτό το απαράμιλλο ίχνος της εκκένωσης, καθώς βιάζεσαι να το αποκαλύψεις. Επιτέλους θήραμα στο ράμφος του νυχτερινού αρπακτικού πτηνού, που πρυτανεύει με βλέμμα εγερτήριο πριν ακόμη λαλήσει ο εγκόσμιος πετεινός, φτεροκοπά τον αφανισμό μου, το μέγα αυτό στίγμα που πυροβολεί και φονεύει την αυτοδίκαιη ουλή των μωρολόγων που επαίρονται για την επέκταση της ιδιοκτησίας: το πόσο διευρυμένη είναι η εμβέλεια της πλάνης, όταν επιτέλους αναδύεται το μεσονύκτιο ναδίρ, στην άρκτο του Δικαίου.
Εμπρός, σκύψτε αμαρτωλοί της αστοχίας, αμνοί επί σφαγής, που παρασυρθήκατε από το ναρκωτικό λίκνισμα των ημερών, εσείς που δεινοπαθήσατε για να υλοποιήσετε το περιπαθές σας λάθος· εσείς που κρυφτήκατε από το μύχιο μαργαριτάρι και επιλέξατε να υποδυθείτε εκείνη τη ζητιανιά που δεν έχει ηθική ανταμοιβή, που είναι χειρότερη κι από την ακολασία· που ένδειά της αποτελεί η έλλειψη διάθεσης για μια σταλιά νηφάλιου τρόμου, εκείνου του εγκέλαδου που θίγει το σπόνδυλο, σαν χρησμός ηλεκτρικής διαγραφής που αντηχεί στα πέρατα της Οικουμένης –αναίρεση του ερεθίσματος, απέκδυση του ενεστώτα χρόνου. Αυτό το δέος ‘σεις που σκύψατε στα υγρά σκοτάδια της γλυκερής αποσύνθεσης, είναι η ίδια η λόγχη που σας ξεσκίζει τα εγκόσμια σωθικά από την επίπτωση του γενέθλιου ρίγους, μιας γέννας ανώτερης, καθώς τρίζει το πατρικό κρανίο της γενεσιουργίας· μήτρα που καταπλήσσει ακόμη και τα τέρατα του Ποσειδώνα, όπου ο κρότος Της μεθάει ακόμη και τους φυγάδες ρομαντικούς, αυτών που επιτέλους ανασταίνονται στον κοσμικό άξονα της Αρετής, εκεί στο εγκάθετο ύψος που καθιστά η άρκτος του Δικαίου· στο Σπέρμα που συνελήφθη αυτογενώς από την ίδια του την επινόηση, αυτοαναφορικής συσπείρωσης υψιπετές βλέμμα. Εγενήθη η Κόρη της σεμνότητας, η Αξιακή Εταίρα της Σιγής, η σπονδύλωση της αδέκαστης Νεμέσεως -εκεί στην άρκτο του Δικαίου, ναυαγέ, θα περισωθείς από το ντελίριο των επιφάσεων και των επαιρόμενων χαρών, στα τρίσβαθα της βλασφημίας.
Όλα στη σύνθλιψή τους γύρω-γύρω ασφυκτικά με το εκκρεμές αίτημα της αποκατάστασης, στο κέντρο η άρκτος του Δικαίου. Κεντρομόλος χορός της περισυλλογής, της συγκέντρωσης και της καθάρσεως, επικεντρώσου εκεί, ραδιουργέ, και αφανιζόμενος λάμψε, εκεί στο δόξα πατρί, η δίνη της κρουστής αφύπνισης, που όλον αυτόν τον ανακυκλικό σαματά εκπέμπει…


Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

ΚΡΥΦΙΟΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ


Ο Νάρκισσος είναι ο πιο παρεξηγημένος...
Βρίσκεται στο έλεος της εξωτερικής αναφοράς εις διπλούν.
Μια για το καλό και μια για το κακό.
Ο Νάρκισσος δεν είναι αυτός που καθιέρωσε η ατελής ερμηνεία των λογίων κι αν υπάρχει ένα ηθικό επιμύθιο για να μας περισώσει, αυτό δεν είναι η ανάγκη παρεκτροπής από τη ματαιοδοξία της αυταρέσκειας, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο που δεν ήμασταν έτοιμοι να συλλάβουμε. Κάτι ασύλληπτο και λεπτοφυές ταλάνιζε τον καλλίμορφο νέο που μαγεύτηκε από το είδωλό του· όχι, δεν αναλώθηκε στο θέλγητρο του κατόπτρου λόγω του πάθους της διαίρεσης του εαυτού του αλλά λόγω μιας υψηλότερης ενόρασης που βρίσκεται μονίμως έξωθεν του κάδρου της πολιτισμικής μας αναφοράς. Διότι δύσκολα ο λόγος μπορεί να αποφανθεί για τη φυσική ώση της γλώσσας που τον εκφέρει· διότι η έννοια του νερού δεν μπορεί να έχει μεγάλη σημασία για το ψάρι.
Σιγή ιχθύος λοιπόν για το αληθινό νόημα του ναρκισσιστικού πάθους...
Ο Νάρκισσος δεν είναι το αγόρι που με την αποσβόλωση στο είδωλο του διαμηνύει τις ηθικές επιπτώσεις για όσους αφήνονται στην ερωτική δίνη του Ιδίου. Ο Νάρκισσος είναι εκείνος που μαγεύτηκε από κάτι ουσιαστικότερο μα, ωστόσο, εκμαυλιστικά δυσδιάκριτο για τους αδαείς που με τις υπερφίαλες ερμηνείες τους αποκρυστάλλωσαν τον κόσμο τούτο. Η ταύτισή τους με τον διάκοσμο της επιφάνειας δεν τους επέτρεψε να δουν καθαρά και σε βάθος εκείνο που συνεπήρε τον σοφό νέο...
Είδε στο νερό το είδωλό του με διαύγεια· είδε εκείνο που όντως είναι, κάτι απροσδιόριστο και πέραν της επικράτειας της δεσποτικής αναφοράς. Το βλέμμα του δε διολίσθησε, όπως νομίζουν, στη γητειά της καλλιέπειάς του. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο θέαμα της ίδιας αυτής λαβωματιάς -το πόσο αρπακτικά θωρούσε το είδωλο που δεν ήταν. Όχι ο έρως του Ιδίου, αλλά η αναδίφηση του μυστικού Ετέρου· πόθος για μέθεξη με εκείνο που αείποτε προσπαθεί να γίνει: η ίδια η πηγή της αυτοαναφορικής εστίασης, το επίκεντρο του γίγνεσθαι, το υποκείμενο που διηνεκώς διαφεύγει σαν υδράργυρος από τις ορμές του αυτοπροσδιορισμού του.
Ο Νάρκισσος έσκυψε και κοίταξε και είδε και αγάπησε ακριβώς αυτό το δυνητικό ενέργημα. Αφοσιώθηκε στην ενστικτώδη έρευνα του ύστατου Μυστηρίου, την ίδια την πηγή της αυτοαναφορικής εστίασης, εκείνη την αντίπερα όχθη, το είδωλο το απόξενο, τον απόλυτο επήλυ.
Αν υπήρχε μια πληγή, αυτή δεν προέκυψε από την τραγική συνύπαρξη του απτού αντικειμένου του πόθου με το ποθούν υποκείμενο που εξ ορισμού διαφεύγει κάθε αδράγματος. Η πληγή του αιμορραγεί ακόμη σαν τη μήτρα που μονίμως γεννοβολά τα αφηνιασμένα σπαράγματα της σκέψης -της πιο βαθυστόχαστης!- σε μια ύστατη τραγική χειρονομία... την κενή απολαβή του αδράγματος ως το ταπεινό χέρι της πιο μειλίχιας δέησης: η συσπείρωση του αυτοαναφορικού ενεργήματος γύρω από το προαιώνιο ερώτημα-θηλιά -συστροφή στη ρίζα του ειρμού του.
Ο αναστοχασμός που επιμένει στο πιο παράδοξο κοίταγμα: στο βλέμμα που δεν υπόκειται του ειδώλου στον καθρέφτη, που δε στίλβει από την αμηχανία απέναντι σ' εκείνον τον εκτελεστή που σε γνωρίζει καλύτερα από τον οποιονδήποτε άλλο, μα στο βλέμμα που καρφώνει και που εκκενώνει το είδωλο μιας αναπάντεχης πληρότητας, ως την πιο παράδοξη ταυτοσημία. Το βλέμμα του Άλλου που σε γδύνει με φρικίαση ιερότητας όσο η τρομερή διαπίστωση του αντανακλαστικού ενστίκτου διαγράφει τον έναν από τους δύο.
Έτσι ο Νάρκισσος από ένα σημείο και ύστερα δεν υπήρχε στο κάτοπτρο ή ο ίδιος αφανίστηκε καταλήγοντας στην απέναντι όχθη, την αδιαφιλονίκητη ισχύ του ειδώλου ως το μόνο υπαρκτό και αποκλειστική πηγή της υπόστασης. Άλλωστε το έχουν πει και τα Μαθηματικά: δίχως την αυτοαναφορική αναδίπλωση δεν μπορεί να υπάρξει το αριθμητικό αντικείμενο της. Το είπε και η Θεολογία: στο δίχτυ του Ίνδρα, η αλληλουχία των αντικειμένων υπάρχει χάριν στον μεταξύ τους αντικατοπτρισμό. Το είπε και η Φυσική: το σωματίδιο δε νοείται δίχως την αποκρυστάλλωση που επιφέρει ο ταυτοποιητικός ορισμός της λέξης. Το είπε και η Φιλοσοφία: το γεγονός είναι πάντα μια διευθέτηση εκφραστικών κανόνων που το υποθάλπουν.
Αυτό έβλεπε με τόσο αυτοσυγκέντρωση στο είδωλο ο νεαρός Νάρκισσος. Γι' αυτό έπεσε στο νερό και τον κατάπιε το είδωλο του. Δεν μπορούσαν οι ερμηνευτές να το διανοηθούν, ότι ο Νάρκισσος δεν παραδόθηκε στον έρωτα του Ιδίου αλλά στον ανεπανόρθωτο θάνατο που εμφορεί η ανάκυψη του Ετέρου.
Δεν πέθανε από ολίσθημα ματαιοδοξίας.
Είναι ο μάρτυρας μιας αδιανόητης αυτοθυσίας, η οποία εξορμείται με τη συνειδητοποίηση που επιστέφει την πιο ιδεατή αυτογνωσία: ότι ο εαυτός βρίσκεται μονίμως στο έλεος της εξωτερικής αναφοράς· ότι η αυτοαναφορά είναι η σύσταση μιας προαιώνιας ετεροσημίας που ανατρέπει εκ των ριζών τη συνεκτικότητα του γίγνεσθαι αείποτε διαπαντός και ολωσδιόλου.
Ένα είναι το επιμύθιο για τη νέα ανθρωπότητα που επιτέλους με τον δείκτη δείχνει τον δείκτη: η διπλή ειρωνεία που ανατέλλει με την αναστοχαστική ωρίμανση του είδους μας. Το πώς ο Νάρκισσος υπήρξε, για το καλό, το εθελούσιο θύμα της εμβληματικής, για εμάς, πλέον αυτοθυσίας, η οποία προέκυψε από το μεθυστικό πλεονασμό μιας έμφυτης ετερότητας και, συνάμα, το πώς αυτή η αγαστή αυτοθυσία παρερμηνεύτηκε, για το κακό, ως αυτάρεσκη βλακεία, από όλους αυτούς τους κυρίαρχους του Λόγου που, ακόμη πιο ειρωνικά, αμύνονται με το αμήχανο βλέμμα τους το είδωλο στον καθρέφτη, για τη σαν κόρη οφθαλμού διαφύλαξη του Ιδίου...