Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

ΤΟ ΑΠΕΙΡΟΣΤΟ ΚΑΤΟΠΤΡΟ ΤΗΣ ΑΜΝΗΣΤΙΑΣ



Όλα όσα αναπαριστά ιστοριογραφικά και προδρομικά η δυτικοκεντρική σκέψη, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι είναι απλώς το μέρος μιας ευρύτερης χρονογραφίας την οποία θα ήταν αδύνατον να αποδώσουμε στο σύνολό της δίχως την αναφορά κάποιων ριζοσπαστικών μεταστροφών στον τρόπο λογικής ανάγνωσης της αναστοχαστικής και εκπολιτιστικής εξέλιξης. Ένα παράδειγμα αυτού του εύρους της εξελισιμότητας του είδους μας μάς το δίνει ο Julian Jaynes στο The Origin of Consciousness in the Breakdown of the Bicameral Mind, ισχυριζόμενος ότι η διαφορετικότητα συνειδητότητας του αρχαϊκού ανθρώπου από τον μεταγενέστερο ήταν τέτοια που τον καθιστά ως ένα άλλο είδος ανθρώπου, ανίκανο, λόγου χάρη, να  υποπτευθεί μια τόσο για μας βασική ιδιότητα όπως η ατομικότητα του. Μια τέτοια εικασία αυτομάτως μας εμπνέει να κάνουμε μια επισκόπηση της ανθρωπολογικής εξέλιξης, σεβόμενοι την πιθανότητα αυτή να διεξάγεται δια κάποιων ριζοσπαστικών μεταστροφών που επικαθορίζουν πλήρως το γίγνεσθαι και την ποιότητα της εμπειρίας, τόσο που οι πιο βαρύγδουπες και εξωφρενικές δηλώσεις να μη διακυβεύουν το κύρος εκείνου που τις ισχυρίζεται. Αλλά εμείς εδώ δε θα εστιάσουμε σε ένα τόσο ευρύ πλαίσιο (των εκατομμυριων ετών) που επικαθορίζει σε υπερβολικά ριζοσπαστικό βαθμό το (μετα-) ανθρωπολογικό γίγνεσθαι γιατί άλλωστε δεν σκοπεύουμε να διακυβεύσουμε περαιτέρω τη ρεαλιστικότητα όσων θα παρατεθούν παρακάτω. Θα εστιάσουμε απλώς σε εκείνο το ανθρωπολογικό πλαίσιο της εκπολιτιστικής διαδικασίας που να ανταποκρίνεται στην παρούσα φάση της συνειδητότητάς μας αποφεύγοντας εικασίες που βλέπουν μακριά σε ένα φύσει ανεπίγνωστο μέλλον της κλίμακας των εκατομμύριων ετών. Αρκεί εδώ να μείνουμε σε εκείνο το πλαίσιο το οποίο μπορούμε να καταλάβουμε σύμφωνα με τις επιστημολογικές τοποθετήσεις του παρόντος, εκείνο το πλαίσιο που ξεκινάει από τα αρχαϊκά λιβάδια των οργιασμών και φτάνει στην ηλεκτρονική έκσταση της μετα-ουμανιστικής εποχής. Εστιάζουμε λοιπόν στην ακτίνα των 26.000 ετών που καταγράφηκε η εκπολιτιστική τροπή του Homo Sapiens στο ορατό παρελθόν αλλά και στο μέλλον που προοπτικά διαφαίνεται.
Αυτή η περίοδος, αν θέλουμε να την ερευνήσουμε με τη σημειολογία υπερατομικής θεώρησης, κατά τον τρόπο που έδειξε ο Ken Wilber, κατά γενική ομολογία των ερευνητών του πανοπτικού αυτού είδους, διακρίνεται από τη στίξη δύο διαρθρωτικών σημείων (μεταστροφών) και άρα τριών εποχών (προσανατολισμών). Το ανθρώπινο είδος, όπως καταγράφεται στις επικρατούσες επιστημολογικές κοινοτοπίες, στην αρχή της εκπολιτιστικής διαδικασίας ατενίζει την πραγματικότητα με την πρώτη αφέλεια του αρχαϊκού ανθρώπου δια της οποίας τα φαινόμενα παρουσιάζονται ως έχουν δίχως τον υπερθεματισμό κάποιας αναλυτικής σημασιολογικής προσέγγισης που τα τεμαχίζει και τα αναδιαρθρώνει με σκοπό την ανάδειξη κάποιας υποκρυπτόμενης ύστατης θεωρίας. Αντιθέτως, διενεργείται μια ανιμιστική αυτοψία της πραγματικότητας με έλλειψη υπερβατικών κανόνων της έρευνας, μια αποσβόλωση στο Είναι ως έχει, το καθαρό τοιουτοτρόπως, συντελώντας στην αναρχική αυθόρμητη οργάνωση που κατά φυσικό τρόπο διαφυλάσσει την οργανική ανεπιτήδευτη σύμπνοια της ατομικής και συλλογικής συμπεριφοράς με τα φύσει χαοτικά γεγονότα. Εξαιτίας αυτού ο αρχαϊκός άνθρωπος του αισθητικού βίου και της διασθητικής ιχνηλασίας απολάμβανε την  αδιασάλευτη τηλεπαθητική οξυδέρκεια, δηλαδή την άμεση ανάγνωση των συγχρονικών γεγονότων με τα οποία ανέκαθεν πλέκει η Φύση χωροχρονικά τις δομές της σε ευρύτερες υπερδομές. Χάριν της συντομίας θα ονοματίσουμε αυτό το αναστοχαστικό επίπεδο Φάση 0.
Έπειτα έχει καταγραφεί το αναστοχαστικό επίπεδο που θα προσδιορίσουμε ως Φάση 1: Είναι οι αιώνες κατά τη διάρκεια των οποίων τα φαινόμενα ταξινομούνται με φρενιτιώδη ακρίβεια και κριτική οξύτητα σε μια γραμμική αιτιοκρατία, όπου η πολυσχιδής συγχρονική πλέξη των γεγονότων κρίνεται απαράδεκτη, μια σκέτη αυθαιρεσία. Συνεπώς, η βαβελική αυτή αναπαράσταση, που υποσκελίζει πλήρως το φαινόμενο αυτό καθεαυτό, τείνει φιλόδοξα προς μια ιδεατή απώτερη εκπλήρωση, μια κάποια ύστατη θεώρηση ή ένα, είτε θρησκευτικό είτε επιστημολογικό, Έσχατον που όμως όπως θα δούμε στη συνέχεια δεν πρόκειται ουδέποτε να εκπληρωθεί κατά τον μονολογικό τρόπο που το οραματίζεται τούτη η αναστοχαστική συνείδηση. Έχουμε εδώ δηλαδή να κάνουμε με μια πλήρως πεπερασμένη εννοιολογική χαρτογράφηση των χωροχρονικών τεκταινομένων που εξαιτίας αυτού (το γεγονός δηλαδή ότι δεν επιδέχεται την εγγενή απροσδιοριστία και απειροσύνη) δεν καταφέρνει να φέρει σε πέρας το έργο αυτό της έννομης καθυπόταξης του ερεθίσματος στη λογοκεντρική ιδέα επειδή από κάποιο σημείο και ύστερα, με την εφεύρεση της τυπογραφίας και του Διαδικτύου, και καθώς άρα η κάθε έννοια υπερθεματίζεται από ανταγωνιστικές απόπειρες ερμηνείας, λόγω του ότι, τρόπον τινά, «εξογκώνεται» ανάγλυφα από τη μονοδιάστατη σελίδα της μονολογικής ερμηνείας σε πολύεδρο μόρφωμα άπειρων δυνατών υποκειμενικών απόψεων, περιδινείται εκείνη η «φονική» λάμψη προς κάθε a priori πρόθεση καταστολής και λογοκρισίας. Τότε είναι που κατακερματίζεται το διακειμενικό δίκτυο εννοιολογικών αναπαραστάσεων και ξεσπάει η γνωστή σε όλους τρέχουσα κρίση νοήματος, αποδεκατίζοντας κάθε ερμηνευτική απόδοση της πραγματικότητας, θρυμματίζοντας κάθε ιδεολογία σαν μάταια απόπειρα- ένα βιτρώ βροντερά σπασμένο που αφήνει να διαφανεί επιτέλους ξανά η άμεση λαμπρότητα του φαινομένου αυτού καθεαυτού, ανάνηψη από την τυραννία του σημαίνοντος!
Έτσι είναι λοιπόν που ξεκινάει η αναστοχαστική Φάση -1, της αποδόμησης, της απομυθοποίησης των πάντων, ενός ψυχρού ρεαλισμού που κατεδαφίζει κάθε απόπειρα ιδιοποίησης της πραγματικότητας, όπου η αυθεντία βουλιάζει σπαρακτικά με τους ολολυγμούς της αδυνατότητας για μια πεπερασμένη αναπαράσταση του Όλου όπως θα ήθελαν οι Πατέρες της Χριστιανοσύνης ή στοχαστές του Διαφωτισμού. Τους τελευταίους αιώνες εισερχόμαστε δειλά-δειλά στην φάση αυτήν που διαδικαστικά μεταφράζεται ως η συμφιλίωση με την παραλογιστική αβεβαιότητα των ιδεών και των φαινομένων, ως η μοιρολατρική προσπάθεια προσαρμογής στην πρισματική πραγματικότητα που μας περιβάλλει και που μας διακατέχει, απομυθοποιώντας ακόμη κι αυτό το ρίζωμα της εμπειρίας που αποκαλούμε «Εγώ», στις χίλιες-δυο αντανακλάσεις των απόψεων και των βουλήσεων που φυσικά αρχικά τρομάζει τον γαλουχημένο μωρό της κρυπτο-ιδιοτελούς οντολογίας, της σωτηριολογικής ζητιανιάς, της ευπρεπούς αστικής μαλάκυνσης. Είναι η φάση που μας εξαναγκάζει να προσαρμοστούμε με ένα αναστοχαστικό τοπίο μιας απεριόριστης ζημιάς, ενός αδιανόητου θανάτου, σε μια πτώση του νοήματος και των αξιών που συγκαλούν την αναγκαιότητα αυτοεφεύρεσης και αναδημιουργίας με γνώμονα όχι κάποια αστιγμάτιστη απολλώνια τάξη όσο την διονυσιακή δυσαρμονία, α-περιοδικότητα και ετερόρρυθμη συναρμογή των πάντων. Τοιουτοτρόπως, η ευέλικτη ερμηνεία των φαινομένων συνεχώς αυτό-εξαλείφεται και παραμορφώνεται σαν ένα ηλεκτρονικό καλειδοσκόπιο καταβυθίζοντας στην άγρια ομορφιά της αταξίας του κάθε ιδέα προσμονής για μια τελική κατάληξη, σε κάποια αντικειμενική εξιχνίαση της Αλήθειας.
Ενώ η μακρά περίοδος της λογοκρατίας (από τον Αριστοτέλη ως τον Διαφωτισμό) είναι η εγκάθειρξη της σκέψης σε πάγια πληροφοριακά μορφώματα, σήμερα στην ξέφρενη πορεία της μετανεωτερικότητας θεωρούμε ότι το υποκείμενο διασπάται με μια ρευστοποίηση των πρισματικών του ταυτίσεων, ένας κατακερματισμός της προσωπικότητας που θαρρείς φτάνει στο σημείο να μπορεί να ενσαρκώσει εν παραλλήλω την κάθε μία κάρτα της Μεγάλης Αρκάνας των Ταρώ… Σε αυτό το θυελλώδες τοπίο, όπου τα κείμενα –ακόμη και το πιο δογματικά και αμετάκλητα- αποδιαρθρώνονται σε αποσπάσματα-θηράματα της κάθε νέας τραγικής απόδοσης που επίσης μέλλει να σπαραχθεί, το υποκείμενο παύει να είναι ο μονοδιάστατος φουκαράς που κλαίει για την πατρίδα ή αφορίζει για το άσπιλο κλέος της Εκκλησίας. Είναι η υποκειμενικότητα που ανέχεται ταυτοχρόνως την κάθε πιθανή ιδεολογική επένδυση, αναιρώντας έτσι τις επιμέρους προσκολλήσεις, και που με τη βοήθεια και του κυβερνοχώρου διαχύνεται έξω από τον εαυτό του, ανακαλύπτοντας ξανά εκείνες τις συγχρονικές συμπλέξεις του χωροχρόνου που η συντηρητικότητα του Εγώ, κατά τη διάρκεια της Φάσης 1, απέκρυβε με υποχόνδρια «ορθολογικότητα». 

Ονοματίζουμε αυτήν περίοδο της αναστοχαστικότητας μας Φάση -1 επειδή, σε τελική ανάλυση, αναιρεί διαλεκτικά τα εδραιωμένα περιεχόμενα της Φάσης 1 (όλα τα συγκείμενα της Ιστορίας), μετατοπίζοντας τον αναστοχαστικό προσανατολισμό μας στη φάση προ του αλληγορικού Προπατορικού Αμαρτήματος- στην αθωότητα της Φάσης 0. Με μια αρνητική διαλεκτική επιστρέφουμε τρόπον τινά στην αρχαϊκή αφέλεια, ωστόσο με το επιπρόσθετο όφελος ενός tour de force, μιας διαλεκτικής σύνθεσης/αναίρεσης που μας διανοίγει σε εκείνη την υποκειμενικότητα που, όπως προείπαμε, λόγω αυτής της υπέρθεσης, προετοιμάζει εν σπέρματι το ριζοσπαστικό άγνωστο ενός άλλου είδους, το οποίο αδυνατούμε να φανταστούμε με τα εφόδια της ακτίνας των 26.000 ετών.
Ειδικότερα, θα ήταν ωφέλιμο τώρα, για μια βαθύτερη κατανόηση των όσων παρατίθενται παραπάνω, να γίνει μια λειτουργική αναφορά σε αυτό το προαναφερόμενο νήμα εξέλιξης που θα μας δείξει με μεγαλύτερη διείσδυση το πώς εκπτύσσεται η ριζοσπαστική μεταστροφή στα δυο σημεία εξελικτικής στίξης δημιουργώντας έτσι τις τρεις διακριτές Φάσεις Αναστοχαστικότητας:
Αρχικά το Είναι παρουσιάζεται στην αντίληψη ως αυτό που Είναι αυταπόδεικτα κι ανεπικρίτως- άρα ο αρχαϊκός κόσμος είναι ο αισθητικός, αυτοτελής κόσμος της οντολογικής ενατένισης, ανεπιτήδευτος σαν τη συνειδητότητα του ζωικού βασιλείου, ένας διαλογισμός στους ακανόνιστους μαιάνδρους του Κάλλους, στο θαυμαστό στίγμα της ιδιαιτερότητας. Ό,τι γνωρίζουμε ιστοριογραφικά από αυτόν τον κόσμο έχει διασωθεί στα ερείπια προ-πολιτισμών της Ανατολίας, της Βόρειας Αφρικής, της Μεσοποταμίας, της Μινωικής Κρήτης.
Εν συνεχεία, το φαίνεσθαι επικαλύπτεται από το αναπαραστατικό δίκτυο ιδεών, άρα το Είναι σκιάζεται από νεφελώματα νοούμενων που στρέφουν την προσοχή μακριά από αυτό∙ με άλλα λόγια ο νους στοχεύει με δογματική σαφήνεια στην οντολογική λήθη των υπερδιαρθρωμένων συστημάτων σκέψης∙ η ανασύνταξη των σημαινομένων υποσκελίζει το ερέθισμα αυτό καθεαυτό.
Αλλά στο τέλος (στην παρούσα φάση) ο κάθε εννοιολογικός εγκλεισμός απομυθοποιείται, αποκαλύπτεται ως εγγενώς πλαστό μόρφωμα… τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα είναι ψέματα, μια προσομοίωση του Ιδίου. Συνεπώς, ο στοχαστής που αρκούντως έχει μυηθεί στην αναστοχαστικότητα των καιρών (και δεν εννοούμε σε καμία περίπτωση τους οπισθοδρομικούς που κλαίνε για τα περασμένα μεγαλεία του παππού και του εθνικού ήρωα) διακρίνει τη δυνατότητα αναιρετικής μεθερμηνείας της κάθε ιδέας. Η αρχή της απροσδιοριστίας κυριεύει και η αίσθηση βεβαιότητας υποβιβάζεται σε ορισμό του ονειρέματος. Η αναστοχαστική συνείδηση δε λειτουργεί εδώ με τον χάρακα και το διαβήτη αλλά ως οξύ διαβρώνει τα πάντα και εμβαθύνει δραστικά στην πιο βαθιά ουσία τους, εκείνη που διαχρονικά μόνο ο περιθωριακός διαλογιστής κατάφερε να διακρίνει. Η τερπνότητα της κενότητας γίνεται το νέο μας καπρίτσιο…
Αν, λοιπόν, στη Φάση 1 υπάρχει μια έφεση διάκρισης/ταξινόμησης των φαινομένων, σε βαθμό που αυτά να χάνουν την έμφυτη οντολογική τους λάμψη πίσω από το ευκρινές πλέγμα των σημαινόντων, εν αντιθέσει, στη Φάση -1, που τώρα διανοίγεται, η αναστοχαστικότητα μεταστρέφεται στην έφεση ενατένισης του Κενού. Σα βουδιστικός διαλογισμός που οργανώνει την ικανότητα ταξινόμησης προς την απόλυτη κενότητα, ανακαλύπτοντας ή εφευρίσκοντας κατηγορίες σε αυτό με μια επιμελή εμμονή που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από την ενασχόληση με τα απτά φαινόμενα. Δεν είναι μήπως αυτό ακριβώς που διατελεί η μετανεωτερική αναστοχαστικότητα ενόσω διυλίζει τα πάντα, ανευρίσκοντας διαδοχικά στρώματα κενότητας του έκαστου ερεθίσματος ή νοούμενου, λες και ανιχνεύει κάποιον ανύπαρκτο πυρήνα μιας ανέφικτης εκπλήρωσης; Το θεμελιώδες Ψεύδος της Πραγματικότητας σε όλο της το μεγαλείο… Μια ασύλληπτη ελευθερία!
Ας καταλήξουμε λοιπόν στο εκζητούμενο επιμύθιο για να αποδώσουμε και δικαιοσύνη σε όσους σήμερα κατακρίνονται από συμβατικές φιλύποπτες φωνές. Όπως γνωρίζουμε η κάθε εποχή έρχεται με τον μύθο της, την αλληγορία της ή τον θρησκευτικό της συμβολισμό. Οι τρεις διακριτές Αναστοχαστικές Φάσεις, επομένως, θα πρέπει κι αυτές να έχουν ένα οικουμενικό στοιχείο που προσφέρεται για αλληγορική/συμβολική/θρησκευτική αξιολόγηση. Εκτός όμως από το περιεχόμενο του μύθου που επικρατεί σε κάθε μία από αυτές τις φάσεις, μας ενδιαφέρει (προσοχή εδώ!) και ο τρόπος που αναστοχαστικά «στήνεται» αυτός ο μύθος. Τα κυρίαρχα, λοιπόν, θρησκευτικά εμβλήματα των τριών φάσεων αντικατοπτρίζουν την εκάστοτε αναστοχαστική φάση.
·         Η Φάση 0 είναι η φάση της αυθόρμητης λατρείας του Άπαντος σα μια αδιαφοροποίητη Μήτρα (πανθεϊσμός/πανενθεϊσμός). Τα σύμβολα είναι ιερογλυφικά, άρα εγγενώς αόριστα στη σημασία τους, δεν μπορούν αυτά να «κλειδωθούν» σε έναν δογματικό συμβολισμό επειδή ακριβώς αναπαριστούν το Μυστήριο δίχως τη διάθεση σαφούς αποκάλυψης. Αν κάπου αποσκοπούν είναι η διέγερση της ίδιας της ενατένισης, ατελεύτητη με σεβασμό στο Άπειρο. Ως εκ τούτου, όσοι διακονούσαν το οντολογικό μήνυμα της εν λόγω αναστοχαστικότητας, το έκαναν στα πλαίσια μιας εγκόσμιας δραστηριότητας, δείχνοντας αυτήν την ίδια ως έκφανση του Μυστηρίου (π.χ., η εγκυμονούσα γυναίκα ως αδιαμεσολάβητη έκφανση της Θεάς, κλπ)
·         Η Φάση 1 είναι όμως, όπως είπαμε, η φάση της έντονης θεωρητικής ενασχόλησης με το αντικείμενο της κρίσης (για τους ορθολογιστές) και της πίστης (για τους εσωτερικιστές). Όσον αφορά την τελευταία, εδώ έχουμε τη μονολογική συμβολοποίηση του Μυστηρίου, την τείνουσα παγκοσμιοποίηση του έκαστου αυτού συμβολισμού (όπως συμβαίνει με τις μονοθεϊστικές θρησκείες) κι άρα δαιμονοποίηση και αφαίμαξη του οποιοδήποτε Άλλου. Η έντονη ενασχόληση με τον δογματικό συμβολισμό σβήνει το αυθεντικό νόημα της θρησκευτικής συνείδησης. Όσοι διακονούν (παραμένουν ελαφρώς ακόμη και σήμερα η πλειοψηφία) τους αναστοχαστικούς τρόπους αυτής της φάσης αξιώνουν την κορώνα της αγιοσύνης, το υψηλό ιεραρχικό κύρος με ύπατη σοβαρότητα ως έκφανση του αμιγούς υπερβατισμού στον οποίο εντρυφούν. Ο μύθος αξιώνει ιστορική ύπαρξη (αλληγορίες όπως η Σύλληψη και η Ανάσταση τίθενται στο ίδιο πλάνο πραγματικότητας, φερ’ ειπείν, με το Ολοκαύτωμα ή το γάμο του Βρετανού Πρίγκιπα!).
·         Αλλά στη Φάση -1 ο κατακερματισμός ιδεών που προκαλεί η αναστοχαστική οξυδέρκεια των καιρών αποδομεί κάθε τέτοια θεολογική αυθεντία σε τέτοιο βαθμό που ακόμη και το όποιο θεολογικό αντι-είδωλο ή η όποια σατιρική ιεροφάνεια προσώπου να είναι αδύνατον να «στηθεί», έστω και με την ανέχεια της ειρωνείας, έστω κι ως σκώμμα. Αλλά όμως έτσι είναι που όλως παραδόξως στήνεται για την υψιπετή συνειδητότητα εκείνη που αναγνωρίζει την αρνητική διαλεκτική (ακόμη και το μη-είναι, δηλαδή) ως ισχύουσα. Ίσως ακόμη περισσότερο ισχύουσα από το πραγματολογικό ψέμα του Χριστιανικού Μύθου ή ακόμη και τα συμβάντα που διαβάζουμε επικαιρώς στις στήλες των εφημερίδων. Κι αυτό συμβαίνει (για την οξυδερκή αντίληψη που έχει μυηθεί στην αναστοχαστικότητα των καιρών) επειδή η επιτέλεση αυτοαναίρεσης είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική αποκάλυψη της αυτοαναφορικότητας που τελικά στοιχειωδώς περιγράφει το συνειδέναι (αλλά για να το καταλάβουν αυτό οι φιλομαθείς θα πρέπει να μελετήσουν το Εωσφορικό Μανιφέστο, στο οποίο εξηγείται η οντολογία ακόμη και της ίδιας της συνείδησης). Διότι παρότι ανυπόστατη είναι ταυτοχρόνως και η πιο ρεαλιστική, η πιο τίμια και ειλικρινής εκείνου που συμβαίνει, περισσότερο από την ιερωμένη αυθεντία που κατά τα φαινόμενα πείθει για την αυθεντικότητα της, επιχειρούσε πάντα με κρυφούς τρόπους να μας τοποθετήσει στο γλωσσικό παίγνιο της. Απεναντίας, το θεολογικό έμβλημα της νέας συνειδητότητας αποζητά την ειρωνική μας συγκατάβαση στο ότι η ύπαρξή του οφείλεται ακριβώς στην ειλικρινή και αυτοσαρκαστική έκθεση της ανυπαρξίας του… Κατά συνέπεια, τέτοια θα πρέπει να είναι και η παρουσίαση όσων διακονούν αυτό το άχραντο μήνυμα: αυθεντία που εκθέτει το παίγνιο της με αυτοαναφορικό ίλιγγο και που συγκρατεί δια μιας τεταμένης έντασης τον ζηλωτή του νέου θρησκεύεσθαι δια της απώθησης που όλως παραδόξως συγκινεί η σχιζοειδής της ειλικρίνεια.

Ο Εωσφόρος λοιπόν υπερίσταται κάπως έτσι. Η μυθική του φιγούρα και ο μυθολογικός του άθλος δεν αποζητάει την τυφλή προσήλωση στο είδωλό του αλλά μας περιπαίζει για να αποδείξει εμμέσως το πόσο λαθραία ήσαν τα μετεικάσματα των πρότερων αυθεντιοκεντρικών ειδώλων. Το πραγματικά διεισδυτικό ανάβλεμμα της μετανεωτερικής και, σε λίγο, μετα-ουμανιστικής αναστοχαστικότητας είναι δεδομένο ότι με τη ζύμωση του χρόνου, αλλά και την πανοπτική σκοπιά που θα προσφέρει αργότερα η δύναμη της αναδρομής, θα απονείμει το μέγιστο σέβας όχι όπως θα περίμενε κανείς στο (αντι-) είδωλο του Εωσφόρου αλλά στην ίδια αυτοπροαίρετη συλλογική επιτέλεση Αμνηστίας του που ήδη επιχειρούν (άλλοι συνειδητά κι άλλοι ασυνείδητα) όσοι έχουν την ικανότητα να οσμίζονται το αύριο. Εκείνοι λοιπόν που διακονούν στο εξής αυτό το ιερό έργο της ριζοσπαστικής αποκέντρωσης θα πρέπει ομοίως να έχουν το ανάλογο αυτοαναιρετικό ανάστημα, να παίζουν με τις προσωποκεντρικές αξιώσεις και να αναθεματίζουν εις το διηνεκές της αυτοαναφορικότητάς τους την ίδια τους την πάνσεπτη αυθεντία… επειδή ακριβώς δεν είναι τέτοια αποβαίνει (αυτοαναιρετικά) ως τέτοια.
Τελικά, εκείνος ο πρότερος αυτόπτης μάρτυρας της αφελούς ενατένισης στο αρχαϊκό ρευστό φαινόμενο, καθώς πέρασε μεταγενέστερα στη φάση της αναδρομής σε μυθικά, δήθεν ιστορικά συμβάντα, όπου παγιώθηκε δεσποτικά το σύμβολο, στην πορεία αναγνώρισε και αποποιήθηκε τα διαχρονικά ψέματα ως εργαλειακή ενορχήστρωση για να τα κάνει διακοσμητικά σκώμματα καθώς ανακαλύπτει ξανά τη χαμένη ρευστότητα που μας απέκρυψε η στατική λογοκρατία δια μέσω μιας διηνεκούς υπέρθεσης στο ερώτημα είναι ή δεν είναι