Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

ΜΕΤΑ-ΟΥΜΑΝΙΣΤΙΚΟ ΘΡΗΣΚΕΥΕΣΘΑΙ 101

Εκτός από τη δικαιολογημένη ανασφάλεια που μπορεί κάποιος να νιώθει (εξαιτίας της από λίκνου γαλούχησής του) απέναντι σε μια τέτοια βαρυσήμαντη και πολύ αρχέτυπη αντιπρόταση, είναι πιθανό επίσης να ρέπει προς την άποψη ότι τα όσα παρατίθενται εδώ, σε ότι αφορά τουλάχιστον το πνευματικό ζήτημα αυτό καθεαυτό, αποτελούν μια ματαιόδοξη κενότητα. Ο μυθικιστικός υποβιβασμός των ευαγγελικών στιγμιότυπων και εικονογραφήσεων της Χριστιανικής Διδασκαλίας σε μια κάποια σφετερισμένη από χρησιμοθηρικές σκοπιμότητες αλληγορία, εκ πρώτης όψεως φαίνεται να στερεί κυνικά κάθε ίχνος πνευματικότητας του κόσμου τούτου. Πόσω μάλλον όταν επιχειρούμε να αναπληρώσουμε αυτό το κενό με μια αντιπρόταση που στο ασυνείδητο των περισσότερων αναλογεί με την ύστατη απαξίωση… Θα έλεγε κανείς ότι αν είναι η αμνηστία του Εωσφόρου εκείνη στην οποία έγκειται η μεγαλειώδης εξύψωση του ανθρώπου, δε θα πρέπει τίποτα να έχει μείνει όρθιο στον κόσμο τούτο.  Και είναι όντως αυτό το οποίο υπονοούμε. Δεν έχει μείνει, πράγματι, τίποτα όρθιο σε αυτόν τον κόσμο. Όμως  αυτό δε σημαίνει απαραιτήτως ότι όλα όσα στέκονταν άλλοτε ως ανεξάλειπτες αξίες παραμένει γνώμονας αξιολόγησης των όσων μέλλουν να συμβούν. Ούτε βέβαια ότι με το χαμό του συγκεντρωτικού Πατρικού Νόμου χάνεται και κάθε ατραπός προς την πνευματική ανέλιξη του ατόμου. Δυστυχώς η κοινή συνείδηση είναι τόσο ταυτισμένη με τα παρερχόμενα πρότυπα, τα οποία σφετερίστηκαν την κατεξοχήν ανερμήνευτη πραγματικότητα ως προϊόν της ερμηνευτικής τους αυταπάτης, που το τρέμουλο στα θεμέλια τους φαντάζει και ως η σεισμική αναταραχή της ίδιας μας της ύπαρξης, της ίδιας εγγενής αξίας της ανθρώπινης συνείδησης.
Μια παραδρομή που επιτέλους πρέπει να στηλιτευτεί επαρκώς ώστε να αφεθεί το πεδίο ελεύθερο για την αποστολή προσαρμογής σε όλα όσα απέκρυψε, όλα όσα περιθωριοποίησε ο Λόγος. Ήρθε η ώρα να αποδώσουμε καταστατικό δίκαιο στο «κατεξοχήν ανάρμοστο», όλες δηλαδή τις ανθρώπινες τάσεις που στιγματίστηκαν μόνο και μόνο επειδή δεν εξυπηρετούσαν την προοδευτική ανάπτυξη του συγκεντρωτισμού. Ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό έγκειται σε μια στροφή προς ένα νέο θρησκεύεσθαι που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα του παρελθόντος. Είναι απαραίτητο να συνδράμουμε στην ηθική μεταστοιχείωση με μια υπαρξιακή αναθεώρηση τόσο βαθιά που θα καταστήσει δυνατό το να ανεύρουμε τον βαθύτερο πυρήνα της ανθρώπινης υπόστασης, την ίδια τη Συνείδηση και την ενεργητική υποκειμενικότητα με την οποία αυτή συνεπάγεται. Όχι ένα εύκολο εγχείρημα, αν αναλογιστούμε ότι το πέρασμα προς τα εκεί φρουρείται από βαθιές οντολογικές απαγορεύσεις, κληρονομημένες στον καθένα από εμάς εκ του Πατρικού Νόμου. Όμως αυτό δε θα πρέπει να μας αποθαρρύνει. Κατά μεγάλη μας τύχη έχουμε σύμμαχο τον ισχυρό ούριο άνεμο της ίδιας της ανθρωπολογικής εξέλιξης που αναποδράστως προωθεί τη νέα ανθρωπογένεση που εδώ εξυπονοείται. Βλέποντας πανοπτικά όλες τις τεχνογνωσιακές μας δυνατότητες και τα όσα υπόσχονται για το άμεσο μέλλον μαζί με την αναστοχαστική ωρίμανση του είδους μας, φαίνεται ότι σε αυτό το νέο τοπίο η επιμονή κάποιων στις πατροπαράδοτες αξίες γίνεται ολοένα και πιο τραγελαφική. Με όλες αυτές τις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις, εφευρέσεις και συνακόλουθες δυνατότητες για αυτόβουλο επαναπροσδιορισμό της ανθρώπινης φύσης, το να εμμείνουμε στη δουλική στάση της παθητικής υποκειμενικότητας με πρόσχημα το ντετερμινισμό της Θείας Πρόνοιας, ακούγεται κάπως παρωχημένο. Τι θέση έχει μια πενιχρή βυζαντινή αισθητική ή ένα "φαραωνικό" Βατικανό στην ανάδυση ενός κόσμου κατά φύσιν φυγόκεντρου, χαοτικού μιας άγριας φρακταλικής καλλιέπειας;
Στη φυσική απώλεια αυτών ένα πράμα θα πρέπει συλλογικά να μας αφορά: η επίσπευση της ανάδυσης του νέου θρησκεύεσθαι που θα μας αποζημιώσει από την απώλεια του ιδεαλιστικού νοήματος με μια νέα τροπικότητα της ύπαρξης, στην οποία θα διακρίνονται οι εξής αρχές:

·        Δεν υπάρχει μεταφυσική υπέρβαση παρά μόνο η φυσική δυνατότητα εμμενούς αυθυπερβατικής  μεταρσίωσης.
·        Δεν υπάρχει εξωκοσμικός Θεός παρά μόνο μια εγγενώς ένθεη υποκειμενικότητα, το μυστηριώδες βάθος της οποίας αποζημιώνει τον νιτσεϊκό θάνατό Του.
·        Δεν υπάρχει προκαθορισμένη Θεία Πρόνοια παρά μόνο αυτοσχέδιες εξ ημών αναπροσαρμογές των γεγονότων που με σύμμαχο τη χαοτική ενδεχομενικότητα της Φύσης, υπό την προϋπόθεση της αδογμάτιστης συμπεριφοράς και σκέψης, οδηγούν αναποδράστως σε ευεπίφορες εξελίξεις.
·        Δεν υπάρχει μετά θάνατον επιβίωση του Εγώ ή της ταυτότητας παρά μόνο διύλιση της ατομικότητας στο μωσαϊκό των κοσμικών γεγονότων και αφομοίωση με αξιακές συχνότητες της ολότητας ανάλογα το ποιόν των βιωμάτων του καθενός. Το αν η επιθανάτια εμπειρία οδηγεί σε έναν «Παράδεισο» ή μια «Κόλαση» εξαρτάται από το είδος της συνήχησής μας με όλες τις παραστάσεις των ακασικών αρχείων. Όποιος πεθαίνει με τύψεις ή ανεπάρκεια συνηχεί με τα ανάλογα συναισθήματα και παραστάσεις του Κόσμου. Όποιος πεθαίνει με ευφροσύνη ή πληρότητα συνηχεί επίσης με τα ανάλογα συναισθήματα και παραστάσεις του Κόσμου. Πάντως, κοινός παρανομαστής όλων των επιθανάτιων εμπειριών και της λεγόμενης «μετά θάνατον ζωής» είναι η εξάλειψη της ταυτότητας και της ατομικότητας, πράγμα που αντιβαίνει την εγωκεντρική χριστιανική ιδέα της μετά θάνατον συντήρησης του προσώπου.
·        Κανένας συγκεντρωτικός ηθικολογικός Νόμος δε μπορεί να ισχύει στο μετα-ουμανιστικό τοπίο παρά μόνο η αισθητική κρίση του καθενός σε ανταπόκριση των περιστάσεων. Πέρα από τις ευνόητες ηθικές απαγορεύσεις («ου φονεύσεις»), τις οποίες όμως ένα ώριμο αναστοχαστικό άτομο δε χρειάζεται να του υπαγορεύσουν, η οποιαδήποτε άλλη ηθικολογική εντολή θα πρέπει να κρίνεται ύποπτη, που χρησιμοθηρικά δολώνει τις συνειδήσεις. Το υποκείμενο της νέας χιλιετίας καλείται με αυτονομία και φαντασιακή αυτοδιάθεση να αυτοσχεδιάσει την προσωπικότητα και τα βιώματά κατά τρόπον αποθεωτικό- καθιστώντας τα δηλαδή ως αισθητικώς άμεμπτα και αναδεικνύοντας την οικουμενική ωραιότητά τους.
·        Καμία παρωχημένη ηθική απαγόρευση δε θα πρέπει να μας παρεμποδίζει να ενορχηστρώσουμε τη δική μας αυτόβουλη οντολογία με τη χρήση των τεχνογνωσιακών μας δυνατοτήτων. Όλα όσα αναδίδει η αναπόδραστη καινοφάνεια προσήκουν να θεωρηθούν ως απολύτως θεμιτά για την εξύψωση της ανθρώπινης ποιότητας. Η ρομποτική, η νανοτεχνολογία, η διαστημική, η γενετική, η φαρμακευτική στη σύμπτυξή τους υπονοούν ένα πραγματικό θεσπέσιο μέλλον που θα μας αποδώσει δύναμη θεϊκή. Δεν υπάρχει καμία αποκρυσταλλωμένη ηθική εντολή που να μας αποτρέπει από αυτό το αναπόδραστη δικαίωμα. Αν αυτή επιμένει στο να «δαιμονοποιεί» το εν λόγω πεπρωμένο, θα πρέπει να αποπεμφθεί με τον ίδιο τρόπο που θα αποτάσσαμε άλλοτε τον «Διάβολο».
·        Εξ ου, έχουμε το κάθε δικαίωμα να επέμβουμε στην ανθρώπινη φύση μας και να την εξυψώσουμε σε μια κλίμακα θεάρεστης εμπειρικότητας. Έχουμε το κάθε δικαίωμα της εν ζωή ευδαιμονίας και της αυτοδιάθεσης, του αυτό-προσδιορισμού και της βιωματικής εντέλειας πέρα από την αιγίδα των μεταφυσικών καταδυναστεύσεων.
·        Παύουμε να ταυτιζόμαστε αποκλειστικά με το Ίδιο και στρέφουμε τις μυστηριακές ψαλμωδίες στο Έτερον, καθιστώντας τη συλλογική ψυχή έτοιμη για το συναπάντημά της με τον εξωγήινο Άλλο υπό ένα ευρύτερο, Κοσμικό θρησκευτικό πλαίσιο.
·        Την απώλεια πνευματικότητας που υπαινίσσεται ο «θάνατος του Θεού» την αποκαθιστούμε μέσω της πηγαίας αναγνώρισης του υλικού Κόσμου ως εγγενώς ένθεου, ως απόλυτα συναφούς με τη συνείδηση, ως δονούμενη ενέργεια και μυστηριώδη εμμενή απόφανση του Απείρου. Δεν έχουμε καμία ανάγκη κανενός εξωκοσμικού Θεού και καμίας Ουράνιας Βασιλείας όταν βρισκόμαστε ενώπιοι αυτής της μεγαλειώδους αναγνώρισης: Ότι το Θείον περιρρέει στη συνειδητότητα που μοιράζονται όλα τα έμβια όντα της βιόσφαιρας∙ ότι το Θείον εμφιλοχωρεί στα μικρά πράγματα ως ένα κάποιο εμμενές στην υλική τους φύση υπερσημείο που παραδόξως τα εξαϋλώνει σε φαντασιακές παραστάσεις, αναδεικνύοντας στην ορθή ενατένιση το μυστηριώδες ανεξάντλητο ενεργειακό απόθεμα, το ίδιο το Άπειρον  που αναβλύζει ανεξάντλητα εντός των εγκοσμίων∙ ότι ο άνθρωπος μπορεί επιτέλους να ζει ελεύθερος από κάθε οντολογική ενοχοποίηση και να ενδίδει στις περιπετειώδεις προκλήσεις των εξελικτικών αιχμών πέρα από κάθε πεδίο βαρύτητας, αιωρούμενος στα γαλαξιακά κενά του φαντασιακού του οίστρου∙ εν κατακλείδι, ότι ο Παράδεισος είναι εδώ και τώρα και ότι η Κόλαση απορρέει απ’ όσους τον εξορίζουν με ουτοπικές αερολογίες στο αύριο εκείνο που ποτέ δε θα ‘ρθει.

Η Ύστατη Επανάσταση, λοιπόν, επικεντρώνεται σε τούτο το μνημειώδες εγχείρημα: στην πάταξη εκείνου (ακόμη κι αν  αυτός είναι ο ίδιος ο εαυτός) που λογοκρίνει το αυταπόδεικτο της ύπαρξης και που καταστέλλει το αναπόδραστο του πεπρωμένου.