Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Η ΑΡΚΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ


Ύμνος στην Παλλάδα Αθηνά
Μεγαλόχαρη Παρθένα, μητέρα των φρονίμων και των συνετών ανθρώπων· εσύ που με την γοργόνεια αιγίδα σου αντιβολείς το φως της διάκρισης, στο οκνηρό βλέμμα των υπνώττων –μια χαρακιά του κεραυνού, της Ειμαρμένης θραύσμα, όταν το φως το νοητό στέψει τον εγκάθετο γνώμονα της παρουσίας, δίχως ν’ αφήνει σκιά, ακριβώς στο μεσημέρι του θερινού ηλιοστασίου, τότε που η κρίση ορθώνεται ακέραιη και επιδέξια, δίχως νεφέλες, δίχως σκιώδεις περιπέτειες στις ύπουλες διαδρομές των τρωκτικών, στον χείμαρρο των λυμάτων που απειλούν να καταπνίξουν ακόμη και αυτή την ταπεινή θηριωδία, το τελευταίο απελπισμένο ψήγμα νηφάλιου φρονήματος, που κινδυνεύει να κατατροπωθεί οριστικά στον οχετό της βιοποριστικής λήθης.
Κρατήσου από την έκλαμψη, είν’ η χείρα βοηθείας στις χειραφετημένες αρπαγές που δεν έλαβαν ποτέ τη χειραψία, σε μια αναπνοή αχαλίνωτη από άρματα και φορτία των α-λόγων, δίχως ταξίδι να μιας κοπιάζει πλέον, μόνο το ατέρμονο φτερούγισμα του χελιδονιού που αποδημεί από τις στάχτες του ψύχους μονίμως επί της τρέχουσας γραμμής της Ισημερίας που γέρνει προς εκείνη τη διαπεραστική αιθρία, στο ζενίθ των ζητουμένων.
Ο σώζον εαυτόν σωθήτω. Το νούφαρο ανθίζει ως χορωδία του ακμάζοντας ειδώλου, η προβαλλόμενη διαγραφή του εαυτού επί του κατόπτρου, η ίδια η απόπειρα να ξεγλιστρήσεις από τις αρπαγές του προσδιορισμού σου: εαυτός φίλιος και συνάμα φρικώδης, η ηλεκτρισμένη πάλη να αναδυθείς με το ζυμωμένο μπράτσο του ναυαγού στην επιφάνεια του αλαλαγμού. Αγεόστρατη θεά, γλαυκομάτα που λαχταρίζεις και ντροπιάζεις με την όψη σου τον έρμαιο όχλο των ανοσιουργημάτων. Ένα απελπισμένο χέρι σε καλεί. Σεμνά αποκρίνεσαι ωσάν στρατιωτική διαταγή. Εμπρός στις επάλξεις, σβήστε τις λαίλαπες τις χιμαιρικές, δροσίστε τον κρανίο τόπου με τον αχνό των προγονικών στοιχειών, την αναδυόμενη λεγεώνα στα στήθη και στον κρόταφο, το ζωηρό μεταφυσικό κέλευσμα της Δικαιοσύνης.
Ξεσπάνε οι καμπάνες, εμπρός αναστηλώστε τις κολώνες των ναών, για μια συγκίνηση τρομερή, για το κλέος του αδαμάντινου δακρύου. Επιτέλους τη Στιγμή την πρότυπη όλων· η ιαχή η ύστατη της Δικαιοσύνης καθώς παρίσταται ως ύφαλος της υπαρξιακής κυματοθηρίας, ο αστερισμός του ύπατου τάγματος όλων των ενάρετων ανθρώπων· ένας παιάνας νίκης της νοητής γεωμετρίας –η τέλεια αρμονία που εμψυχώνεται από το αναπάντεχο ξέσπασμα της ρήξης. Ως ξέσπασμα αγριεμένο, της απαίσιας Γοργόνας η αποκεφαλιστική εκτέλεση –η πλημμυρίδα όλων των πιθανών χρόνων δείχνει προς μια κατεύθυνση· εφόσον λείπει η κεφαλή, το μόνο που μένει η άρκτος του Δικαίου.
Ω θεά Βούλαια, δείξε μας τη ματαιότητα στην οποία ενσκήπτουμε, ‘στράψε τους φυόμενους βολβούς της ενόρασής μας, ντύσε την τύφλα μας με τα ευγενικά σου αειθαλή άνθη, τους ελαιώδεις καρπούς της πιο ουσιώδους θρέψης. Θρέψε μας, Αφαία συ θεά, δώσε στο ανάστημά μας λόγο άρτιο για να υπάρχει. Η κάθε μας πνοή μια ελεύθερη βουλή, η επιμονή της στόχευσης στο Αγαθό της περιβολής, εκείνο το ακέραιο στολίδι, των μορφών το επίκεντρο, των δομικών μετασχηματισμών αιχμή. Ω εσύ Αξιόποινη, μαθαίνω να υπάρχω, αυτή είναι η ωδή της ζωής. Είσαι απόκοσμη ριπή στα σπλάχνα, μολοντούτο ορμέμφυτη, δείκτης της υγείας, ανάταση του Όφεος στη νικηφόρα λόγχη σου· η παραφορά των δηλητηρίων, λάφυρο της γοργόνειας κεφαλής, στην αιγίδα εκείνου του ορθού, εκείνου του ακέραιου που απλώς υπάρχοντας φαρμακεύει…
Ω Πολύβουλη, μόνο εσύ ξέρεις, το πόσο λάμπει η όψη της φανέρωσης, που διαπερνά το είδωλο του αυτοαντανακλώμενου ενεργήματος. Ο ακέφαλος κεντρικός ήρως που δεν έχει πρόσωπο για να προτάξει, που αρμενίζει αδιάφορος προς τον ομφαλό της αναίρεσης, το υπερσημείο όλων των μυθευμάτων· επιτομή του αντινομικού ψεύδους όλων των επιμέρους στοχασμών καθώς αυτός μαθαίνει να αναδύεται και να μην πνίγεται στους θαλασσοδαρμούς των βασάνων στη βαθιά τάφρο της άγνοιας.
Εμπρός, πειρατές της Ειμαρμένης, υψώστε σημαία στο κατάρτι του γνώμονα και χαιρετήστε το γεγονικό ορίζοντα που ανατέλλει στην επικέντρωση του αυτοαναιρετικού Σημείου. Μια στάλα οξέος που τα διαβρώνει όλα, διύλιση της νηφαλιότητας που διανοίγει την παντοτινή αιθρία. Τα απανθίσματα της πρώιμης εαρινής αφέλειας καθώς αφανίζεται στο θερινό λιοπύρι της αναστοχαστικής αναστροφής: Τώρα το ξέρω, τώρα πια γνωρίζω, δεν υπάρχει κεφάλι από έχιδνες εστεμμένο, δεν υπάρχει άλλη της ηλιθιότητας δραματουργία που να υποκύπτει στα χαρακώματα του εφιάλτη, παρά μόνον το ακέφαλο όρος, των αετών το στέκι, της ευφραντικής απώλειας οι δαιμονικές αποπνοές, που στους πιο ανυπόληπτους ανακινεί τα πάθη.
Περικλεές το κοίταγμα, το εξευγενιστικό σου ρίγος που με ζώνει. Συγκίνηση που αναπτερώνει τους προκείμενους νεκρούς, νυχτερίδες του αχερόντειου δειλινού, τα βιώματα που χειμάξανε στο βάρος του καταιγισμού, της Νύχτας οι πλάνητες –όλα στο έλεος του Δείκτη, στο ζενίθ τ’ ουρανού, το κενό στέμμα της περιφερειακής αργαλειού· η επίκεντρη απόληξη, το επιμύθιο που αποκαθιστά τις δυσαναλογίες, το κέλευσμα που επισημαίνει την άρκτο του Δικαίου.
Μην το ψάχνεις, δεν υπάρχει διαφυγή, ούτε θα ‘πρεπε να φοβάσαι τον κατατρεγμό από την τροχιά του ηλιακού άρματος. Είτε ζητιάνος φτάσεις εκεί, είτε βασιλιάς, ίδιο παραμένει το δέος της αποκατάστασης. Είναι ο μεγάλος κρότος της Δημιουργίας που επονειδίζει την έκπτωση της πρωταρχικής ευλάβειας καθώς αυτή κατακερματίζεται στο βιτρώ των ιδιοτελών αφηγημάτων. Τώρα δεν υπάρχω πια, τώρα το μυοκάρδι μου φλογίζεται από παράφορη υπερβατική νοημοσύνη. Τέτοιο είναι κοίταγμα της Καλίεργης θεάς που αναχαιτίζει τους παγερούς χειμώνες. Τώρα, Παλλάδα μου, κλονίζομαι από τη μανία την ανομολόγητη, το κρύφιο πάθος της αυτοαναφορικής διαύγειας που με γδύνει από παραστάσεις και επιφάσεις. Για μια ύστατη φορά, το απαλό βάρος που με λυγίζει και με γκρεμίζει· με τον ίδιο αμετάκλητο ειρμό που εκδιπλώνεται η θεάρεστη Παρουσία, αυτό το απαράμιλλο ίχνος της εκκένωσης, καθώς βιάζεσαι να το αποκαλύψεις. Επιτέλους θήραμα στο ράμφος του νυχτερινού αρπακτικού πτηνού, που πρυτανεύει με βλέμμα εγερτήριο πριν ακόμη λαλήσει ο εγκόσμιος πετεινός, φτεροκοπά τον αφανισμό μου, το μέγα αυτό στίγμα που πυροβολεί και φονεύει την αυτοδίκαιη ουλή των μωρολόγων που επαίρονται για την επέκταση της ιδιοκτησίας: το πόσο διευρυμένη είναι η εμβέλεια της πλάνης, όταν επιτέλους αναδύεται το μεσονύκτιο ναδίρ, στην άρκτο του Δικαίου.
Εμπρός, σκύψτε αμαρτωλοί της αστοχίας, αμνοί επί σφαγής, που παρασυρθήκατε από το ναρκωτικό λίκνισμα των ημερών, εσείς που δεινοπαθήσατε για να υλοποιήσετε το περιπαθές σας λάθος· εσείς που κρυφτήκατε από το μύχιο μαργαριτάρι και επιλέξατε να υποδυθείτε εκείνη τη ζητιανιά που δεν έχει ηθική ανταμοιβή, που είναι χειρότερη κι από την ακολασία· που ένδειά της αποτελεί η έλλειψη διάθεσης για μια σταλιά νηφάλιου τρόμου, εκείνου του εγκέλαδου που θίγει το σπόνδυλο, σαν χρησμός ηλεκτρικής διαγραφής που αντηχεί στα πέρατα της Οικουμένης –αναίρεση του ερεθίσματος, απέκδυση του ενεστώτα χρόνου. Αυτό το δέος ‘σεις που σκύψατε στα υγρά σκοτάδια της γλυκερής αποσύνθεσης, είναι η ίδια η λόγχη που σας ξεσκίζει τα εγκόσμια σωθικά από την επίπτωση του γενέθλιου ρίγους, μιας γέννας ανώτερης, καθώς τρίζει το πατρικό κρανίο της γενεσιουργίας· μήτρα που καταπλήσσει ακόμη και τα τέρατα του Ποσειδώνα, όπου ο κρότος Της μεθάει ακόμη και τους φυγάδες ρομαντικούς, αυτών που επιτέλους ανασταίνονται στον κοσμικό άξονα της Αρετής, εκεί στο εγκάθετο ύψος που καθιστά η άρκτος του Δικαίου· στο Σπέρμα που συνελήφθη αυτογενώς από την ίδια του την επινόηση, αυτοαναφορικής συσπείρωσης υψιπετές βλέμμα. Εγενήθη η Κόρη της σεμνότητας, η Αξιακή Εταίρα της Σιγής, η σπονδύλωση της αδέκαστης Νεμέσεως -εκεί στην άρκτο του Δικαίου, ναυαγέ, θα περισωθείς από το ντελίριο των επιφάσεων και των επαιρόμενων χαρών, στα τρίσβαθα της βλασφημίας.
Όλα στη σύνθλιψή τους γύρω-γύρω ασφυκτικά με το εκκρεμές αίτημα της αποκατάστασης, στο κέντρο η άρκτος του Δικαίου. Κεντρομόλος χορός της περισυλλογής, της συγκέντρωσης και της καθάρσεως, επικεντρώσου εκεί, ραδιουργέ, και αφανιζόμενος λάμψε, εκεί στο δόξα πατρί, η δίνη της κρουστής αφύπνισης, που όλον αυτόν τον ανακυκλικό σαματά εκπέμπει…