Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΠΡΙΣΜΑΤΟΣ






Η προσδοκία της Ανάληψης σε μια ανώτερη τοπολογική και γεωμετρική διάσταση, πέραν από μια ορθή διαίσθηση περί του διαδικαστικού πεπρωμένου της ανθρωπότητας, σε αυτή τη φάση είναι και  μια αλληγορία που εξεικονίζει μια άλλου είδους μετάβαση, το ίδιο δραματική, αν και όχι τόσο καταφανής. Αν κοιτάξουμε από απόσταση τις εξελίξεις θα δούμε ότι σε πολύ σύντομο διάστημα επήλθε μια αξιοσημείωτη, από κάθε άποψη, ρήξη με το παρελθόν, τόσο διαδικαστική και δομική όσο και αμιγώς ψυχονοητική.
  Εστιάζοντας σε αυτή τη συγκεκριμένη μετάβαση, θα διακρίνουμε ότι όλη η κοσμοϊστορική αλλαγή έγκειται στο ζήτημα της αναστοχαστικής εξέλιξης –μια εγγράμματη και επικοινωνιακή ζύμωση που ενισχύει την ικανότητα της αυτοαναφορικότητας κατά τη διαχείριση των πληροφοριακών δεδομένων, στη συνεχώς αυξανόμενη συνεστίασή τους. Στοιχειωδώς αναφερόμαστε σε μια ραγδαία μεταμόρφωση της πληροφοριακής οντολογίας. Η μονοδιάστατη πρόσοψη των ιδεών, που επικαθόριζε τα συμπεριφορικά πρότυπα προς μια δύσκαμπτη έκφραση, εγκολπώθηκε αναιρετικά στην αποκάλυψη της πολυδιάστατης φύσης της πληροφορίας των πολύεδρων και εν παραλλήλω ισχυουσών προσόψεων.
  Η ανάδυση της πρισματικής γνωσιολογίας επιφέρει μια πρωτόφαντη συμπεριφορική ευελιξία και προσαρμοστικότητα, που επανακαθορίζει τα πρότυπα με μια πιο διαλλακτική, πλουραλιστική λογική. Ο ανθρώπινος συνειρμός παύει να παρακωλύεται από άτεγκτα διλήμματα οντολογικών επιπτώσεων και μάλλον εξορμείται με ευχέρεια και υπερβασιακό παιγνιώδες πνεύμα, υποσκελίζοντας τις διαζεύξεις των αποκλειστικών οροθετήσεων.
  Η σύνολη επιτομή μεταστροφής, λοιπόν, στη νέα αναστοχαστική διάσταση διακρίνεται από τα ακόλουθα ριζοσπαστικά ρεύματα:

Ø  Ύφεση του διαζευκτικώς αντιλαμβάνεσθαι σημαίνει το τέλος των συγκρουσιακών αφηγημάτων και των οξύτατων ιδεολογικών πολώσεων. Η εκπόνηση μιας συναρτησιακής και συζευκτικής πληροφοριακής ενορχήστρωσης σταδιακά υπερκερνάει τις ψυχοκοινωνικές θρομβώσεις που ψυχαναλυτικά εντοπίζονται στο κομβικό σημείο ηθικού προγραμματισμού, το Υπερεγώ, το οποίο όντως καταποντίζεται στην πλημμυρίδα της πρισματικής πληροφορίας, το σημασιολογικό αυτό χάος που όλως παραδόξως καθίσταται ζωτικό για την ψυχολογική συγκρότηση του υποκειμένου. Εντούτοις, επιτέλους εγείρει, ως επίπτωση, τάσεις αυτοδιάθεσης και φαντασιακής αυθαιρεσίας, που πραγματώνει την προσωπικότητα και την κοινωνία εκ των βάθρων και κατ´ επανάληψιν.
Ø  Τέλος της γραμμικής αιτιοκρατίας σημαίνει αναγνώριση της πλασματικής φαινομενικότητας μιας σαφώς διακριτής αιτιώδους συνάφειας και μιας σπονδυλωτής διάρθρωσης που οφείλεται στις ερμηνευτικές προκαταλήψεις μονολογικών επιστημολογικών παραδειγμάτων. Όπως έχουμε δει στην ιστορία των επιστημονικών ρήξεων και συνακόλουθων επαναπροσδιορισμών, η γνωσιολογία της πραγματικότητας εν γένει μπορεί να αναδιαρθρωθεί με τον πιο εκπληκτικά ρηξικέλευθο τρόπο ανά πάσα στιγμή (βλέπε Θεωρία της Σχετικότητας και Κβαντομηχανική). Ο απολογισμός που κάνουμε τώρα από ένα πανοπτικό αναστοχαστικό επίπεδο μας δείχνει ότι ο προοπτικός ορίζοντας γραμμικών διαρθρώσεων της αιτιότητας είναι ευρύς και ότι επιτρέπει όχι απλώς τη δυνατότητα πολλαπλών προσανατολισμών αλλά και τις εν παραλλήλω παράταιρες ισχύουσες εξηγήσεις των δεδομένων. Εν ολίγοις, στρεφόμαστε προς μια πλεγματική ή πολύεδρη αιτιοκρατία, που αφήνει το ελεύθερο στην ερμηνευτική φαντασία να αποσπάσει τις εξηγήσεις των φαινομένων με έναν διαλλακτικώς υποκειμενικό τρόπο.
Ø  Άρση του μονολογικού σημείου αναφοράς της προσωπικότητας σημαίνει τη σταδιακή κατάργηση της ηθικολογικής μερίκευσης δια της οξείας κατασταλτικής διαμόρφωσης του χαρακτήρα. Οι ανταγωνιστικές θεωρήσεις φαλκιδεύουν από το γόνιμο ενδιαίτημα του Διαδικτύου κάθε πάγιο στερεότυπο που υποτάσσει και διευθετεί τη λιβιδινική ενέργεια. Επιπλέον, η εξεγερσιακή έκθεση μιας πληθώρας εναλλακτικών βιωματικών προσανατολισμών πολλαπλασιάζει τις αυτοσχέδιες δημιουργικές ενορμήσεις της εκάστοτε προσωπικότητας. Με άλλα λόγια, το Εγώ χάνει τη σημασιολογική του προτεραιότητα ενόσω αναδύεται η παραληρηματική α-λογική του μικρομοριακού ασυνειδήτου, της οποίας τα πολυσχιδή κίνητρα προωθούνται από την πολιτική της φύσει ανατρεπτικής επιθυμίας και μόνον.
Ø  Φθίση των δογματικών «αντικειμενικών» μετα-αφηγήσεων σημαίνει απομυθοποίηση των τελικά επίπλαστων πραγματολογικών κι επιστημολογικών δομών κατόπιν της αναγνώρισης τους ως κατοχυρωμένες αυθαιρεσίες υπό την προστασία ευρύτερων προσωρινών μοντέλων σύλληψης της εκάστοτε πραγματικότητας. Καμία θεωρία δεν μπορεί να έχει ύστατη ισχύ παρά μόνο τη δημιουργική διαμεσολάβηση για έναν διηνεκώς επαυξημένο αναστοχασμό που τρέπεται προς τον ορίζοντα της μόνης δυνατής ύστατης θεώρησης: τη συνειδητότητα αυτοαναίρεσης που ξεκλειδώνει αλλεπάλληλες κλούβες και που ρευστοποιεί τα πάντα.
Ø  Το δίπολο μιας σαφούς διάκρισης τάξης/αταξίας ή οργάνωσης/ενδεχομενικότητας παύει να ισχύει, πράγμα που σημαίνει ότι η τάξη δεν είναι πλέον ο ορισμός της μιας και μοναδικής «αντικειμενικής τάξης» αλλά μια ενδεχομενική ανάδυση διευθετήσεων που εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη ημερήσια διάταξη. Το δε χάος δεν είναι το κατεξοχήν βασίλειο της αταξίας αλλά το πελώριο απόθεμα μιας πληθώρας οργανωτικών δυνατοτήτων –η ενδεχομενικότητα διαθέτει άπειρους βολβούς οργανωτικής ενορχήστρωσης. Άρα, η τάξη είναι φύσει πολυειδής ενώ η αταξία του χάους, ο συνωστισμός εναλλακτικών οργανωτικών δυνατοτήτων. Συνέπεια αυτής της συλλογικής συνειδητοποίησης αποτελεί η χαλάρωση των δεοντολογικών δεσμών και η προδιάθεση μιας ριζοσπαστικής δημοκρατίας που εκμαιεύει ετερόκλητους βιωματικούς και θεσμικούς αστερισμούς, πολυπλοκοποίηση του ατόμου και της κοινωνίας.
Ø  Το άτομο δεν είναι πλέον ά-τόμο, δεν είναι μια μονολιθική μονάδα που συναπαρτίζει αθροιστικά το κοινωνικό σύνολο, αλλά μάλλον ένα μορφοκλασματικό ψηφιδωτό, κάθε ψηφίδα του οποίου εμπεριέχει το Όλον, είτε στο μικρομοριακό του βάθος είτε ως αντανάκλαση των ευρύτερων δομών, πράγμα που το καθιστά ολογραφικό. Έτσι, το κάθε υποκείμενο αποτελεί μια συλλογικότητα, μια ετερόκλητη πολυφωνία στην οποία εμφωλεύουν διαδοχικές ετερονομίες. Αν κάποτε, λοιπόν, το άτομο δεν είχε ιδιαίτερη σημασία για την πολιτική διάσταση του συλλογικού, σήμερα αποτελεί μια κυριολεκτική μοναδικότητα (singularity) καθώς μπορεί να αποβεί το στίγμα μιας παραληρηματικής ρήξης διότι οι δομικές ιδιαιτερότητες που το συναποτελούν είναι ερείσματα κοινότητας με τους άλλους κι ερεθίσματα πολλαπλασιαζόμενης «πανδημίας». Τώρα γνωρίζουμε ότι η μιμητική επιρροή δεν είναι διαδικασία πρόσθεσης/αφαίρεσης αλλά πολλαπλασιασμού/διαίρεσης.

Δίπλα σε αυτές τις μεταμορφώσεις, που η ίδια η θετικιστική θεώρηση των κοινωνικών επιστημών γνωστοποιεί, έχουμε και μια επιστημολογική «φημολογία» περί της αύξησης της ενεργειακής συχνότητας του πλανήτη –οι δονητικοί μεγάκυκλοι φαίνεται να επιταχύνουν την περιοδική επανάληψη της κυματομορφής τους. Πρόκειται για μια πραγματική επιστημονική παρατήρηση που όμως εμπίπτει ακόμη στην κατηγορία της «φημολογίας» επειδή εξακολουθούν να κυριαρχούν τα υπολείμματα υλιστικών-νευτώνειων προκαταλήψεων, καθιστώντας την οποιαδήποτε ενεργειακή ορολογία ως θεωρητική αβαρία. Παραταύτα, η θεωρητική αιχμή των φυσικών επιστημών για κάτι περισσότερο από έναν αιώνα επεξεργάζεται τα φαινόμενα με γνώμονα μια τέτοια ακριβώς ενεργειακή ορολογία, συνθήκη που διανοίγει την αντίληψη μας σε ένα πεδίο ευρύτερων αλλά και λεπτοφυέστερων γεγονότων της πραγματικότητας.
  Η ενεργειακή συχνότητα του πλανήτη μας κυμαίνεται, πλέον, σε οξυκόρυφες, βραχείς κυματομορφές –το σαμανικό κύμβαλο της συλλογικής αυτοαναφορικής έντασης κρούει τις εγερτήριες δονήσεις ταχύτερα. Όντως, η έννοια του συνειδέναι αποκτά μια απτή, διεγερτική ποιότητα... Σε συμβολή αυτής της οικουμενικής μεταστροφής που αναδύεται κι από την ενεργειακή καρδιά της ύλης, βιώνουμε και την αναντίρρητη επιτάχυνση του χρόνου. Όλα πλέον δρομολογούνται με μια συναρτησιακή αμεσότητα. Η γραμμική διευθέτηση τείνει να εξαλειφθεί ολοσχερώς μέσα σε ένα δίκτυο πλεγματικών διηχήσεων και συγχρονικών γεγονότων που διευθετούν τα πάντα υπό τη λογική μιας οργανικής, αυθόρμητης ολοτροπικής εποπτείας. Επιπλέον, ο άτεγκτος, αυστηρός και στρυφνός δυισμός των ηθικών αντεγκλήσεων έδωσε τη θέση του στην ετερότητα της παιγνιώδους αμφιρρέπειας ενώ το άλλοτε βασίλειο του μη-είναι, η περιθωριακή της εγωλογικής πρόθεσης τυχαιότητα αποτελεί πια το θεμιτό κάλεσμα για φυγόκεντρους αυτοσχεδιασμούς απ’ όπου μέλλει ν’ αναδυθεί η θρυλημένη για ουτοπιστές καταφατική διασπορά της ετεροτοπίας. Το δε υποκείμενο γίνεται ένας άπλετος ωκεανός μορφοκλασματικών δυναμικών που υπερχειλίζει το ασφυκτικό πλαίσιο της εκάστοτε ταυτότητας, διαφεύγοντας ακόμη και τις πιο ύπουλες οροθετήσεις του Λόγου, σε μια ανήκουστη πλήρωση της προ-σημειωτικής συνειδητότητας δια της μη-λογοκριμένης ροής των επιθυμητικών ρευμάτων.
 


Αναμφισβήτητα, πρόκειται για ένα μέγιστο πέρασμα γεωλογικής και ανθρωπολογικής εμβέλειας πράγματι σε μια νέα διάσταση. Η συμπάθεια με την οποία συντρέχουν ποικίλες παράταιρες εξελίξεις αποδεικνύει και την ύπαρξη ενός ενοποιημένου πεδίου, στο οποίο συμπορεύονται ταυτοχρόνως οι μεταμορφώσεις όλων των επιμέρους τμημάτων.

  Συμβαίνει! Οι βράχοι φτερουγίζουν την ανάταση μιας νέας πρισματικής σύλληψης· ο νους ενδύεται ξανά τις βρυώδεις γούνες μιας γόνιμης οργανικής έκστασης...