Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

ΙΕΡΑ ΕΓΩΛΥΣΙΣ


Η ψυχιατρική και ψυχαναλυτική θεώρηση, όντας αντιπροσωπευτική χαρτογράφηση της πατριαρχικής ερμηνευτικής και της μικροαστικής ηθικής, θέτει την κυριαρχική στους αιμοσυγγενικούς δεσμούς ύπαρξη του πατέρα ως βασικό παράγοντα για την υγιή συγκρότηση του ατόμου. Σε αυτήν ακριβώς την παρωχημένη και πολύ πεισματική προκατάληψη βλέπουμε τη διαχρονική ιδέα που διαφυλάσσει την ασφυκτική επιβολή του Πατρικού Νόμου και τη συνακόλουθη συμβολική αφηρημενοποίηση, στην οποία καταλογίζεται ο διαχωρισμός μας από την απτότητα της υλικής μας ύπαρξης. Τούτη η διάζευξη, στο βαθμό που διατηρείται πέραν του θεμιτού, ουσιωδώς αποτρέπει το υποκείμενο από την εκστατική του διύλιση στο Όλον, στρέφοντας το στο υπερβατολογικό φρούριο των πατριαρχικών αξιών, που σφυρηλατείται εδώ και δύο περίπου χιλιετίες  από το μουτζουρωμένο εργατικό χέρι το οποίο είθισται να σημειώνει στην κεφαλή και το στήθος τα τρία σημεία της σωτηριολογικής αυτοθυσίας. Όμως εκείνο για το οποίο φροντίζει η εν λόγω αυτοθυσία δεν είναι παρά η απάρνηση της απόλαυσης, δεδομένου ότι την συνταυτίζει με το θάνατο, το αποτρόπαιο προπύργιο εξάλειψης του υποκειμένου, όταν αρμόζει να ειδωθεί αντιστρόφως: ο θάνατος ή η εξάλειψη του Εγώ ως επιβεβαίωση της ύπαρξης, οντολογικός βρυχηθμός, αφομοίωση με την τεκμηριωμένη από τις ίδιες τις φυσικές επιστήμες Κοσμική Συνείδηση- υπέρτατη απόλαυση…
Τούτη ακριβώς την προδιάθεση η ψυχαναλυτική και ψυχιατρική ερμηνευτική, στην ίδια απαράλλακτη γραμμή με τις σωτηριολογικές επιταγές στις οποίες άλλωστε ερείδεται, την περιθωριοποιεί ως ανάρμοστη της ισορροπημένης προσωπικότητας. Εδώ που τα λέμε είναι το μεγαλύτερο ταμπού- το θράσος του να διαβείς τα απόμακρα (κι απόκοσμα) καλντερίμια της ιδιάζουσας, αισθητικής αυτοπραγμάτωσης, αρνούμενος να συνταχθείς με τα χειραγωγημένα πλήθη που ξεμακραίνουν στη μεγάλη ασκητική λεωφόρο του ορθοδόξου, είναι ο ορισμός της παθολογίας, ή έστω της καλλιτεχνικής ιδιοτυπίας που τουλάχιστον θα πρέπει, προς χάριν των «ψυχαγωγικών» της επινοήσεων, αυστηρά εξ αποστάσεως να ανεχθούμε. Επουδενί τίθεται το θέμα του αν θα έπρεπε να μεταστοιχειώσουμε την εκάστοτε «υγειονομική» ανάλυση σε μια οδηγητική αιχμή, μια πραγματική ψυχαγωγία, που θα εκλάμβανε τέτοιες αθετήσεις ως γνώμονα της ορθώς λειτουργικής προσωπικότητας. Βλέπεις, αν αυτό ίσχυε, το παρών Κοινωνικό Σύστημα θα έχανε τα ίδια του τα γρανάζια, καθώς η επιστημονική διεκπεραίωση κανονιστικών πλαισίων στη συμπεριφορά και την προσωπικότητα (έστω και με την επιείκεια της σύγχρονης διαλλακτικής ακαδημαϊκής νομοτυπίας), που κληροδοτήθηκαν από τις στρατηγικές της Εκκλησίας, είναι το εχέγγυο για τη συντήρηση του, αγώγιμου για τα συγκεντρωτικά έργα, ατομοκρατικού υποκειμένου.
Το ταμπού έναντι των πρισματικών ταυτοποιήσεων του υποκειμένου και των τολμηρών βυθομετρήσεων της, πέραν των ερμηνευτικών ταυτοποιήσεων, πραγματικότητας –με άλλα λόγια, η προκατάληψη έναντι του εκστατικώς αδιαφοροποίητου υποκειμένου- διατελεί μια τέτοια διαστροφή από την πηγαία μας φύση που θα μπορούσε να τεθεί ως η ίδια η αποστροφή από το πρώτο αθώο δικαίωμα της ύπαρξης. Καθώς, αφενός, τα νέα ψυχαναλυτικά ρεύματα σήμερα επικροτούν την απόλαυση της σωματικότητας (κι ας μην εκληφθεί τούτη η πρόταση ως αμιγώς σεξουαλικά προσανατολισμένη) σαν ορισμό της υπέρβασης, που εξυγιαίνει απαλλάσσοντας από την τυραννία του συμβολικού, αφετέρου, εντελώς ειρωνικά εναποθέτει την εκστατική διύλιση της ταυτότητας, όσον αφορά τη διαφύλαξη της ισορροπημένης προσωπικότητας, στα περιθώρια μιας εκμαυλιστικής τακτικής. Μα τι είδους διαφύλαξη είναι αυτή όταν το υποκείμενο υποχονδριακά αποτάσσει κάθε πιθανότητα άφεσής του στην ωκεάνια μακαριότητα του αδιαφοροποίητου, αντεπενεργώντας εντούτοις με νευρωτική προσήλωση δια γραμμικών, ορθολογιστικών και κακέκτυπων ικανοποιήσεων που εστιάζονται σε προσομοιώσεις του πραγματικού; Όταν το μόνο πραγματικό δείγμα της ύπαρξης μας μπορεί να ανευρεθεί πέραν των ερμηνευτικών αποκρυσταλλώσεων στο ανεξάντλητο ενεργειακό απόθεμα του Απείρου που ανθοβολεί εκεί ακριβώς που διαγράφεται το υποκείμενο, η οποιαδήποτε θεωρία εμμένει στη διαφύλαξη της βατής χαρτογράφησης των εγκόσμιων ικανοποιήσεων δεν μπορεί παρά να ειδωθεί ως μια τακτική συντήρησης του Κατεστημένου, του οποίου θεμελιώδης αρχή είναι η συγκρότηση μιας περατότητας απρόσβλητης από ασυνέχειες και διαλείψεις που αποδίδονται συνήθως στην επιδρομή της περιδεούς απειροσύνης.
Αν για την ψυχαναλυτική ορολογία, τούτη η ψυχολογική επιρρέπεια είναι απόρροια πατρικής απουσίας, υπερβολικής πατρικής επιείκειας ή αδιαφορίας, τότε προς χάριν ενός ιδεατού μετα-πολιτισμικού οράματος, που θα ήταν θεμελιωμένο στην -κατεξοχήν αλληλέγγυα- εγωλυτική απόλαυση, η σημερινή κρίση του θεσμού της πατρότητας προσήκει να εκληφθεί ως μια θεμιτή εξέλιξη, την οποία πρέπει και να πριμοδοτήσουμε. Η προκατάληψη της φροϋδικής ψυχανάλυσης έναντι του απελευθερωμένου υποκειμένου από τα τυραννικά σημαίνοντα και της αφομοίωσης του με το Άπειρον είναι απόρροια της ιουδαιοχριστιανικής βεβήλωσης ενός άλλοτε καταστατικού και ανέκκλητου στοιχείου της προχριστιανικής πραγματικότητας: της διονυσιακής ανορθολογικής μεθέξεως με το Άπαν: ό,τι πιο φυσικό για την ανθρώπινη συνειδητότητα∙ το ίδιο το πρωτοτόκιο της ύπαρξής μας.
Η ροπή προς την εκστατική εξάλειψη του Εγώ αποτελεί μια από τις βασικότερες ανάγκες και προϋποθέσεις για την υγιή συγκρότηση της προσωπικότητας εκείνης που υπεξαιρεί την ύπαρξή της πέραν των σημασιακών παραπομπών της εν κρύπτω παθολογικής  αστικής κοινωνίας. Είναι τόσο βασική όσο η τροφή, ο θηλασμός των βρεφών, το σεξ, η αφόδευση. Εν προκειμένω, η καχυποψία ή η υπόδηλη τρόπον τινά «ιεροεξεταστική» ταύτιση της εγωλυτικής απόλαυσης κατά κανόνα με μελαγχολικές ποιητικές τάσεις ή, από την άλλη, ως εξωραϊσμένους υπαινιγμούς αυτοχειρίας είναι αποτέλεσμα κυριαρχικής ερμηνείας του πατριαρχικού κατεστημένου και όλων των παραφυάδων του, κατά τρόπο που αποδίδει πεπερασμένη αρνητική ταυτότητα σε εκείνο που ουσιαστικά διαχύνεται έξω από κάθε πλαίσιο αναφοράς σα θηρευτής του ενδότερου ορίζοντα με ατέρμονο κάθετο επεκτατισμό προς το μορφοκλασματικό σημείο του εδώ και τώρα.

Ανέκαθεν άλλωστε ο κοινός χριστιανός και, στην ίδια απαράλλακτη γραμμή, η μπουρζουαζία υποχονδρίως αποστρέφονταν κάθε είδους εμπειρία που αποδομεί την ενοειδή ταυτότητα, την ψευδαίσθηση, δηλαδή, της μονολιθικής κράσης του ατόμου. Και πώς θα μπορούσαν να μην τρέμουν τα γόνατά τους όταν η διατήρηση του μονογραμμικού προσώπου, που αποικίζεται τόσο εύκολα από ιδεολογήματα, εν μέσω της εκστατικής τύρβης που ως εκ φυσικού το εκφυλίζει, το αναδημιουργεί και διηνεκώς το αναδιατάσσει, θεάται ως ο ορισμός του θανάτου- κι ας είναι απολαυστικός… όταν στην ουσία αυτός ο «θάνατος» αποτελεί την ελεφάντινη πύλη που μας διανοίγει συνταρακτικά στην πιο απόκρυφη, δυναμικώς ασύλληπτη πραγματική μας οντολογία, εκεί όπου πέραν κάθε ερμηνευτικής ταύτισης μας συστήνει με την εμμένεια της απτής σωματικότητας ως δήθεν κάποιο εξωκοσμικό δάχτυλο που μας εγγίζει (τόσο μακριά πάει η ταύτισή μας με τη συμβολική αφηρημενοποίηση εις βάρος του σώματος). Στο άγγιγμα αυτού του παράξενου δαχτύλου βιώνεται και ο μυστήριος παλμός των κβαντικών διαβαθμίσεων της ύλης, το αυταπόδεικτο ενεργειακό «φλιπεράκι» των μικρομοριακών υπέρρυθμων εναλλαγών του Είναι, που κατόπιν εξουθένωσης του νευρωτικού παρατηρητή που έμαθε να αποστρέφεται με διάφορα εννοιολογικά εξαρτήματα τέτοια αδιάσειστα τεκμήρια της πραγματικότητας, εγκυμονεί όλως περιέργως την απόλυτη υπαρξιακή εκπλήρωση: την ευφραντική Συντέλεια στην κάθε μία στιγμή ξεχωριστά.
Εκεί βρίσκεται το ωόν της εκάστοτε ποιητικής πρότασης που πασχίζει αναδρομικά να το ανεύρει∙ από εκεί αναβλύζει η συγκινησιακή φόρτιση του υπαρξιακού όρκου, η μυστική φωλιά της βουλητικής ώσης, η καθολική διόπτρα της ενσάρκωσης… το σαρδόνιο γέλιο που γκρεμίζει σα βακχικός εγκέλαδος και που σαν ορφική κοσμογονία επαναδομεί.
…το τρέμουλο της έκστασης, το αναπάντεχο, που μαγματικά και πρωτοπλασματικά γεννά τη μόνη αληθινή, άμεση και απτή αντίληψη του Άλλου, τούτη τη φορά επιτέλους αλληλέγγυα υπερβαίνοντας κάθε φλεγματική προσποίηση.
Ιεροπραξία απολαυστική.
Σατανολατρεία οι μεν, ψυχοπάθεια οι δεν, μας λένε.
Του πουλιού το γάλα ως μύγας επώασμα, μας το υπονοούνε.
Όσα δεν τολμά να φτάσει η αλεπού…